Το iFocus διοργανώνει τη Δευτέρα 20 Απριλίου 2026, στις 19.00, διαδικτυακή διάλεξη με τον Χρήστο Κοψαχείλη, ο οποίος θα παρουσιάσει τους φωτογράφους: Margaret Watkins, Tina Modotti, Edith Tudor-Hart, David Martin Heath, Francesca Woodman, με θέμα: 5 Σημαντικοί φωτογράφοι – 5 Θλιβερές ιστορίες
Info
Online Παρακολούθηση
Διάρκεια: 3 ωρών (19.00 - 22:00)
Κόστος: 15 Ευρώ (χωρίς το ΦΠΑ).
Δηλώσεις συμμετοχής Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Οι επόμενες διαλέξεις έχουν προγραμματιστεί για τις ακόλουθες ημερομηνίες:
11 ΜΑΙΟΥ 2026 | 8 ΙΟΥΝΙΟΥ 2026
Στο τέλος της δεκαετίας του 1960 ο Joseph Mulholland και η σύζυγός του Claire, έλαβαν ένα δώρο μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί από τη γειτόνισσα τους Margaret Watkins. Δεν ήξεραν ακόμη ότι το περιεχόμενό του επρόκειτο να αλλάξει ριζικά την πορεία της ζωής τους. Η Watkins παρέδωσε το δώρο υπό τον όρο ότι οι Mulholland δεν θα ανοίξουν το κουτί παρά μόνο μετά τον θάνατό της. Το μεγάλο κουτί, τυλιγμένο σε καφέ χαρτί, δεμένο με κόκκινη κορδέλα, συνέχισε να φυλάσσει σχεδόν 700 ρολά φιλμ και πολλές φωτογραφίες, μέχρι να το ανοίξει ο Mulholland, μετά από τον θάνατο της Watkins. Μια εντυπωσιακή συλλογή φωτογραφιών, από τις καλύτερες του Μεσοπολέμου, αναδείχτηκε από αυτό το κουτί. Μια συναρπαστική ιστορία μιας δυνατής γυναίκας, της οποίας οι φωτογραφίες αποτελούσαν μια γέφυρα μεταξύ του φωτοπικτοριαλισμού και του μοντερνισμού στη τέχνη της φωτογραφίας της εποχής της. Το 1997, είκοσι οκτώ χρόνια από τον θάνατό της, μετά από την αδιάκοπη έρευνα και τις προσπάθειες των Mulholland να βάλουν το έργο της Margaret Watkins στον χάρτη του κόσμου της τέχνης, η Εθνική Πινακοθήκη του Καναδά διοργάνωσε μια έκθεση με τα έργα της, μετά από χρόνια αξιολόγησης και συζητήσεων για τα πνευματικά δικαιώματα. Στις επόμενες δεκαετίες ακολούθησαν πολλές εκθέσεις, διεθνώς, αναβιώνοντας το εμπνευσμένο έργο της.

Assunta Adelaide Luigia Modotti Mondini (1896-1942)
Υπάρχουν άνθρωποι που η ζωή τους δεν έχει να ζηλέψει τίποτα απ' τα μεγαλύτερα μυθιστορήματα. Υπάρχουν άλλοι που στην πορεία της ζωής τους, συναντά κανείς όλη σχεδόν την πνευματική και καλλιτεχνική ιντελιγκέντσια μιας εποχής. Η Tina Modotti είναι μια περίπτωση που συνδυάζει και τα δύο, αναδυόμενη από τους βίαιους ανέμους μιας μοναδικής περιόδου. Κόρη Ιταλών μεταναστών από το Φρίουλι, μαθητευόμενη μοδίστρα, ηθοποιός στα ιταλικά θέατρα του Σαν Φρανσίσκο ανεβάζοντας Γκολντόνι και Πιραντέλο, πρώιμη σταρ του βωβού κινηματογράφου στο Λος Άντζελες. Mοντέλο μεγάλων ζωγράφων, όπως ο Diego Rivera, φίλη της Frida Kalo, ερωμένη του διάσημου φωτογράφου Edward Weston στο Μεξικό, αλλά σημαντική φωτογράφος και η ίδια. Συνδεδεμένη με την επαναστατική Αριστερά της διανόησης, φίλη του Μαγιακόφσκυ, του Σεργκέι Αϊζενστάιν και του Πάμπλο Νερούδα, αγωνίστρια σε δεκάδες στιγμές κατά της φασιστικής μηχανής του Φράνκο στην Ισπανία. Φανατική κομουνίστρια, θύμα τελικά και η ίδια του σταλινικού δογματισμού, καθώς βρισκόταν πλάι στο σύντροφό της Χούλιο Αντόνιο Μέλα, ιδρυτή του Κ.Κ της Κούβας, τη νύχτα που δολοφονήθηκε από τη GPU επειδή ήταν Τροτσκιστής. Η ιστορία μιας γυναίκας που κουβαλάει πίσω της την ιστορία μιας ολόκληρης εποχής, κυριαρχώντας σε δύο ανώτερες έννοιες: την Τέχνη και την Επανάσταση. Ένα σύντομο οδοιπορικό σαράντα έξι χρόνων (1896-1942), μια ζωή ως φλεγόμενη βάτος, ένας ύποπτος αιφνίδιος θάνατος. Ξεχασμένη σε σκονισμένα αρχεία για δεκαετίες ολόκληρες, επιστρέφει κατά καιρούς στην επικαιρότητα. Το μυστήριο ωστόσο παραμένει πυκνό. Ποια ήταν αυτή η μοιραία γυναίκα;
Edith Tudor-Hart, το γένος Suschitzky (1908 – 1973)
Ο πατέρας της Edith Suschitzky ήταν ένας αφοσιωμένος σοσιαλιστής, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του άνοιξαν το πρώτο σοσιαλδημοκρατικό βιβλιοπωλείο στη Βιέννη. Η Edith διατηρούσε τις παιδικές αναμνήσεις από τον ενθουσιασμό με τον οποίο υποδέχτηκε η οικογένειά της τη Ρωσική Επανάσταση το 1917. Μεγαλώνοντας εντάχθηκε στην ομάδα των πολιτικά αφοσιωμένων φωτογράφων, ανδρών και γυναικών, που από τη δεκαετία του 1920 και μετά, ανταποκρίθηκαν στις πολιτικές εξελίξεις και με το έργο της αναδείχτηκε σε μια από τις σημαντικότερες φωτογράφους κοινωνικού ρεπορτάζ. Εν τούτοις έμεινε στην ιστορία, όχι σαν μια από τις πιο ταλαντούχες φωτογράφους της εποχής της, αλλά για την εμπλοκή της σε ένα κύκλωμα κατασκοπείας προς όφελος της Μόσχας. Όλα ξεκίνησαν το 1926, όταν η 18χρονη Edith ερωτεύτηκε τον Arnold Deutsch, ο οποίος ήταν ήδη πράκτορας της Κομιντέρν – της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που ίδρυσε ο Λένιν το 1919. Πιθανολογείται ότι η Edith είχε στρατολογηθεί – μέσω του Deutsch - από την NKVD (την προκάτοχο της KGB) ήδη από το 1927. Το γεγονός όμως είναι ότι όταν το 1929, η Κομιντέρν ζήτησε από τον Deutsch να πάει στη Ρωσία, αυτός, ως αποχαιρετιστήριο δώρο, της έδωσε μια φωτογραφική μηχανή Rolleiflex, την οποία δεν αποχωρίστηκε ποτέ στη μετέπειτα καριέρα της. Το 1933, η Edith συνελήφθη επ' αυτοφώρω να εργάζεται ως αγγελιοφόρος για τους κομμουνιστές. Ενώ βρισκόταν στη φυλακή έλαβε την άδεια να παντρευτεί των αριστερών πεποιθήσεων Άγγλο γιατρό Alex Tudor-Hart, ο οποίος είχε αφήσει τη γυναίκα και τα δύο παιδιά του για να είναι μαζί της. Το νιόπαντρο ζευγάρι κατέφυγε στην Αγγλία, όπου η Edith, υποστηριζόμενη από ένα δίκτυο εξόριστων Αυστριακών και Γερμανών, εργάστηκε ως φωτογράφος. Το 1936, τη χρονιά που γεννήθηκε ο γιός τους Tommy, ο Alex πήγε στην Ισπανία ως χειρουργός για να διευθύνει μια ιατρική μονάδα των δημοκρατικών κατά τη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου. Ο γάμος τους είχε κλονισθεί και διαλύθηκε οριστικά λίγα χρόνια αργότερα όταν ο Tommy διαγνώστηκε με σχιζοφρένεια. Αν και η Edith Tudor-Hart ανακρίθηκε επανειλημμένα ως υπεύθυνη για τη στρατολόγηση του Kim Philby, ο οποίος αποκαλύφθηκε ότι ήταν διπλός πράκτορας, δεν διώχθηκε ποτέ για κατασκοπεία λόγω έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων. Όμως, ως γυναίκα φωτογράφος και μάλιστα ως κομμουνίστρια και ύποπτη για προδοσία, μπήκε στη μαύρη λίστα και σταμάτησε να δημοσιεύει φωτογραφίες από τα μέσα της δεκαετίας του 1950, πιθανώς κατόπιν παρέμβασης των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Το γεγονός ότι το φωτογραφικό της έργο ανακαλύφθηκε ξανά οφείλεται στον αδελφό της, τον φωτογράφο και εικονολήπτη Wolfgang Suschitzky, ο οποίος διέσωσε πολλά αρνητικά από την καταστροφή και, το 2013, παρουσίασε το φωτογραφικό αρχείο της αδερφής του στην Εθνική Πινακοθήκη της Σκωτίας.

David Martin Heath (1931-2016)
Ο David Martin Heath γεννήθηκε το 1931, στη Φιλαδέλφεια, τέκνο ενός σύντομου και δυστυχισμένου γάμου. Η μητέρα του, Sarah Snyder, ήταν το μαύρο πρόβατο μιας οικογένειας Ρώσο-Εβραίων με πέντε παιδιά, που είχε φτάσει στις Η.Π.Α. το 1905. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών, η Sarah απέκτησε ένα νόθο παιδί, το οποίο δόθηκε αμέσως για υιοθεσία. Σε ηλικία δεκαοκτώ ετών, μόλις δύο εβδομάδες μετά τη πρώτη συνάντησή τους, η Sarah παντρεύτηκε παρορμητικά τον Howard Heath. Η ταραχώδης σχέση τους κράτησε τόσο, ώστε να αποκτήσουν έναν γιο, τον David. Ο πατέρας της Sarah ουσιαστικά την αποκήρυξε, εξαγριωμένος με την απρεπή συμπεριφορά της, τη βιαστική απόφασή της να παντρευτεί και -κυρίως- το γεγονός ότι ο σύζυγός της ήταν χριστιανός. Ο βιαστικός γάμος της Sarah σύντομα διαλύθηκε: Ο Howard Heath έφυγε από το σπίτι όταν ο γιος τους ήταν ενός έτους. Η Sarah εγκατέλειψε τη μητρότητα τρία χρόνια αργότερα. Άφησε τον τετράχρονο γιο της στο κατώφλι του σπιτιού των γονιών της και εξαφανίστηκε. Κανείς στην οικογένεια δεν την ξαναείδε. Λόγω της έντονης απόρριψης της κόρης του από τον Samuel Snyder, κανένα μέλος της ευρύτερης οικογένειάς της δεν δέχτηκε να κρατήσει το παιδί. Ο Samuel είχε εξοστρακίσει την κόρη του. Ο Howard εγκατέλειψε τη γυναίκα και τον γιο του. Η Sarah απέρριψε τον γιο της σε ηλικία τεσσάρων ετών και η υπόλοιπη οικογένεια απέρριψε κι αυτή το παιδί για άλλη μια φορά. Ο τετράχρονος Dave δόθηκε σε ανάδοχη οικογένεια, με την προσδοκία ότι θα τελικά θα τον υιοθετούσαν. Ωστόσο, μετά από ένα χρόνο, η ανάδοχος οικογένεια επέλεξε να υιοθετήσει ένα άλλο παιδί. Ακολούθησε μια δυστυχισμένη εναλλαγή προσωρινών κατοικιών. Αφού συνελήφθη να κλέβει μια φορά και κατηγορήθηκε ψευδώς για μια δεύτερη, ο δωδεκάχρονος Dave κλείστηκε σ’ ένα ορφανοτροφείο. Κι εκεί, εντελώς συμπωματικά, συνάντησε τη φωτογραφία.

Ένα κρύο χειμωνιάτικο πρωινό του 1981, μια νεαρή κοπέλα πήδηξε από τη σοφίτα ενός ψηλού κτιρίου της Ανατολικής πλευράς του Μανχάταν και έβαλε πρόωρο τέλος στη μικρή, μόλις είκοσι δύο ετών, ζωή της. Κανείς απ’ όσους παραβρέθηκαν στη σκήνη δεν ήξεραν κάτι γι’ αυτήν, ούτε υπήρχε κάποιο προσωπικό στοιχείο πάνω της που να βοηθούσε στην αναγνώρισή της. Η βίαιη πρόσκρουση από τη πτώση είχε παραμορφώσει το πρόσωπό της κι έτσι το σώμα της παρέμεινε αζήτητο στο νεκροτομείο, μέχρι να την ταυτοποιήσουν από τα ρούχα που φόραγε. Οι γονείς της κοπέλας έχαιραν μεγάλης εκτίμησης στη καλλιτεχνική κοινότητα των ΗΠΑ, καθώς ο πατέρας της George Woodman ήταν ζωγράφος και καθηγητής κριτικής της τέχνης στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, ενώ η μητέρα της, Betty Abrahams-Woodman, ήταν μια συνεχώς εξελισσόμενη κεραμίστρια. Το σπίτι τους ήταν τόπος κοινωνικής συνεύρεσης και στέκι καλλιτεχνών, μεταξύ των οποίων ο David Hockney και ο Richard Serra, τους οποίους φιλοξενούσαν συχνά. Η Τέχνη ήταν η ουσιαστική θρησκεία της οικογένειας Woodman. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, με όλο αυτό το πνευματικό φορτίο και την ευρύτερη καλλιέργεια, αλλά και με βαθιά γνώση γύρω από την ευρωπαϊκή παιδεία, ήταν κατά κάποιο τρόπο προκαθορισμένο ότι τα δυο παιδιά της οικογένειας, θα στρεφόντουσαν κι αυτά προς τη δημιουργική και την καλλιτεχνική ενασχόληση. Η νεαρή αυτόχειρας Francesca είχε προλάβει, στο μικρό διάστημα που έζησε, να δημιουργήσει ένα πολύ σημαντικό και απολύτως προσωπικό φωτογραφικό έργο, το οποίο συνεπικουρούμενο από το σοκ του απρόσμενου θανάτου της εκτίναξε το ενδιαφέρον των κριτικών και των γκαλερί στα ύψη, χρίζοντας την ως την απόλυτη underground star της φωτογραφίας στις αρχές του millennium. Η ειρωνεία είναι ότι η, διαγνωσμένη καταθλιπτική, Francesca έβαλε αυτό το τραγικό τέλος στη ζωή της απογοητευμένη επειδή θεωρούσε ότι οι φωτογραφίες της δεν έβρισκαν την αναγνώριση που αυτή επιθυμούσε. Ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο και το ήθελε «τώρα», όπως τόνιζαν οι στίχοι και τα συνθήματα της εποχής στην οποία μεγάλωσε.