Στην εποχή των κοινωνικών δικτύων, η φωτογραφία έχει γίνει κάτι περισσότερο από μια εικόνα: είναι μια δήλωση. Είτε τραβάμε με φωτογραφική κάμερα, είτε με το κινητό μας, κάθε φωτογραφία που επιλέγουμε να μοιραστούμε κουβαλά ένα μικρό κομμάτι της εσωτερικής μας αφήγησης. Ακόμη κι αν δεν το συνειδητοποιούμε, η επιλογή του τι “βγαίνει προς τα έξω” λειτουργεί συχνά σαν ένας καθρέφτης των αναγκών, των φόβων και των επιθυμιών μας.

Η ανάγκη για επιβεβαίωση και ανήκειν.
Πολλοί από εμάς ανεβάζουμε εικόνες που μας δείχνουν δραστήριους, δημιουργικούς, κοινωνικούς. Φωτογραφίες από ταξίδια, εκδρομές, καφέ με φίλους, φωτογραφίες με την “καλή” κάμερα που προσδίδει κύρος και δεξιότητα.
Αυτές οι εικόνες γίνονται μια μικρή γέφυρα προς τον κόσμο: “Υπάρχω, είμαι εδώ, είμαι ενδιαφέρον χαρακτήρας, αξίζω της προσοχής σας”.
Σε ψυχοδυναμικό επίπεδο, είναι μια απόπειρα σύνδεσης. Μια ανθρώπινη ανάγκη. Οι φωτογραφίες μας λειτουργούν σαν μικρά γράμματα που στέλνουμε στους άλλους, προσδοκώντας μια απάντηση, ένα «μου αρέσει», ένα «σε βλέπω».

Το ιδανικό μας εγώ.
Η φωτογραφία —ιδίως όταν γίνεται με μια καλή κάμερα που επιτρέπει έλεγχο, αισθητική και προσεκτική σύνθεση— μας επιτρέπει να δημιουργήσουμε μια οπτική εκδοχή της προσωπικότητάς μας όπως επιθυμούμε να είναι.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις εικόνες που ανεβάζουμε έχουν περάσει από επιλογή, διόρθωση, βελτιστοποίηση.
Ακόμη και η λήψη με κινητό, όταν συνδυάζεται με editing, γίνεται μια μικρή μορφή αυτοσυμβολισμού: μια επιθυμία για τελειότητα, τάξη, ομορφιά ή έλεγχο, σε έναν κόσμο που συχνά είναι χαοτικός.

Τα μοτίβα που επαναλαμβάνουμε.
Αν κάποιος παρατηρήσει το προφίλ μας σαν μια οπτική αφήγηση, θα δει συγκεκριμένα μοτίβα.
Κάποιοι ανεβάζουν συνεχώς φωτογραφίες φυσικών και αστικών τοπίων, με νερά, σύννεφα, δρόμους, κτίρια, σοκάκια, εγκαταλελλημένους χώρους: εικόνες που μοιάζουν με τοπίο ψυχής.
Άλλοι προτιμούν πορτρέτα, είτε άλλων είτε δικά τους· μια ανάγκη να «φανούν», να αποκτήσουν όνομα και σχήμα.
Οι φωτογραφίες με επαγγελμαλική κάμερα —φωτισμένες, καθαρές, προσεγμένες— συχνά αποκαλύπτουν μια ανάγκη για τελειότητα ή για υψηλή αισθητική αποτύπωση. Αντίθετα, οι αυθόρμητες λήψεις από κινητό μπορεί να εκφράζουν την ανάγκη για αμεσότητα και συναισθηματική αυθεντικότητα.
Αυτά τα μοτίβα δεν είναι τυχαία. Είναι σαν μικρά παράθυρα προς το υποσυνείδητο:
Τι επιλέγω να βλέπω; Τι επιλέγω να δείχνω; Τι παλεύω να διαφυλάξω; Και τι παλεύω να αποδείξω;

Η στιγμή που θέλουμε να διαρκέσει.
Μια φωτογραφία που ανεβάζουμε δεν είναι μόνο αυτό που δείχνει· είναι και η στιγμή που δεν θέλουμε να χαθεί.
Το χαμόγελο σε έναν καφέ με φίλους μπορεί να κρύβει έναν φόβο μοναξιάς.
Η φωτογραφία ενός ηλιοβασιλέματος μπορεί να συμβολίζει την ανάγκη για ηρεμία σε μια περίοδο αναστάτωσης.
Η τέλεια λήψη από τη φωτογραφική κάμερα ίσως να εκπροσωπεί έναν βαθύτερο αγώνα να κρατηθεί κάτι όμορφο, να μείνει “στημένο” και σταθερό.
Κάθε δημοσίευση έχει μια συναισθηματική ρίζα, ακόμη και στην πιο απλή της μορφή.
Η πράξη του να ανεβάζουμε μια φωτογραφία μοιάζει εξωτερικά απλή: επιλέγουμε εικόνα, πατάμε "δημοσίευση", τελειώσαμε.
Στο εσωτερικό όμως, η διαδικασία είναι πολύ πιο σύνθετη. Πριν καν φτάσουμε στο κουμπί της δημοσίευσης, έχει προηγηθεί μια μικρή αλλά ουσιαστική εσωτερική διεργασία:
- Γιατί διάλεξα αυτή τη φωτογραφία;
- Γιατί τώρα;
- Γιατί για τους άλλους; Και γιατί για μένα;
Κάθε εικόνα που δημοσιεύουμε είναι σαν μια μικρή επιστολή που γράφουμε προς τον έξω κόσμο, αλλά ταυτόχρονα και μια μικρή σημείωση που αφήνουμε στον εαυτό μας.

Η ανάγκη να δούμε τον εαυτό μας “από τα έξω”
Η φωτογραφία συχνά λειτουργεί σαν ένας ασφαλής τρόπος να παρατηρήσουμε τον εαυτό μας με κάποια απόσταση.
Ο ψυχαναλυτής Donald Winnicott έλεγε ότι χρειαζόμαστε έναν “καθρέφτη” για να δούμε ποιοι είμαστε. Στην παιδική ηλικία, ο καθρέφτης είναι το βλέμμα της μητέρας.
Στην ενήλικη ζωή, ένας από τους σύγχρονους καθρέφτες είναι οι εικόνες που δημιουργούμε.
Μια φωτογραφία μας επιτρέπει να αναρωτηθούμε:
- Μου αρέσει αυτό που βλέπω;
- Είναι αυτός ο εαυτός που θέλω να προβάλλω;
- Τι κομμάτι μου ψάχνω να επιβεβαιώσω;
Σε οποιαδήποτε φωτογραφία, ο τρόπος που φωτογραφίζουμε κουβαλάει το δικό μας “ίχνος”: το βλέμμα μας, τη διάθεσή μας, το επιθυμητό νόημα.

Τι χρειάζομαι να δουν οι άλλοι;
Δεν δημοσιεύουμε μόνο για εμάς.
Ελπίζουμε ότι κάποιος άλλος θα δει αυτό που εμείς ίσως δύσκολα παραδεχόμαστε:
- ότι είμαστε δημιουργικοί,
- ότι είμαστε χαρούμενοι,
- ότι υπάρχουμε,
- ότι προχωράμε,
- ότι αντέχουμε,
- ότι είμαστε κάπου στο κόσμο.
Το “μου αρέσει” στα social δεν είναι απλώς επιβεβαίωση. Μπορεί να λειτουργεί —συμβολικά— σαν ηχηρή απάντηση σε ένα εσωτερικό ερώτημα:
«Είμαι αρκετός;»

Τι χρειάζομαι να δω εγώ μέσα από μια φωτογραφία μου;
Μερικές φορές ανεβάζουμε κάτι για να το βλέπουμε εμείς, όχι οι άλλοι.
Είναι πολύ συχνό φαινόμενο:
- να ανεβάζουμε φωτογραφίες από όμορφες στιγμές, όχι επειδή τις ζούμε έντονα,
αλλά επειδή φοβόμαστε μήπως τις ξεχάσουμε. - να δημοσιεύουμε εικόνες που δείχνουν δύναμη σε περιόδους που νιώθουμε αδύναμοι.
- να ανεβάζουμε φωτεινές εικόνες σε σκοτεινές περιόδους — σαν ψυχικό αντίβαρο.
Η φωτογραφία γίνεται τότε κάτι σαν θύμηση της καλύτερης εκδοχής μας.
Κάθε φωτογραφία που ανεβάζουμε είναι ένας μικρός διάλογος:
- «Αυτό είμαι;»
- «Αυτό θέλω να είμαι;»
- «Μπορώ να γίνω αυτό που βλέπω;»
Μπορεί να μην τα σκεφτόμαστε συνειδητά, αλλά λειτουργεί υποσυνείδητα, όπως συμβαίνει και στη θεραπευτική διαδικασία: πίσω από το προφανές κρύβεται πάντα κάτι πιο αληθινό.

Η ταυτότητα που προσπαθούμε να χωρέσουμε στο κάδρο
Φωτογραφίζουμε για να καταλάβουμε πού στεκόμαστε.
Για να δούμε αν η ιστορία μας έχει συνοχή.
Για να βεβαιωθούμε ότι έχουμε μια θέση στον κόσμο.
Και κάπως έτσι, η φωτογραφία γίνεται ένας ενδιάμεσος τόπος: ούτε εντελώς ιδιωτικός, ούτε εντελώς δημόσιος.
Ένας τόπος όπου ο εαυτός μας μπορεί να εμφανίζεται με τρόπο ελεγχόμενο, συμβολικό, ασφαλή.
Με κάθε φωτογραφία κάνουμε ένα μικρό βήμα προς τον Εαυτό.
Ακόμη κι αν δεν το ξέρουμε, οι εικόνες που ανεβάζουμε μάς βοηθούν να αποκρυσταλλώσουμε κάτι μέσα μας.
Να το δούμε.
Να το πιστέψουμε.
Ίσως να το αλλάξουμε.
Και έτσι, μέσα από ένα φαινομενικά απλό κλικ, κάνουμε —κάθε φορά— ένα μικρό βήμα προς την αυτογνωσία.