Υπάρχει ένας φάκελος – στο κινητό ή στον υπολογιστή μας – που δεν βλέπει σχεδόν κανείς. Δεν είναι κρυφός επειδή κρύβει κάτι απαγορευμένο, αλλά επειδή εκεί φυλάμε τις πιο προσωπικές μας στιγμές.
Κάποιες φωτογραφίες θολές, κάποιες αδέξιες φωτογραφίες, κάποιες ακατανόητες. Πολλές όμως φωτογραφίες…αληθινές. Είναι οι φωτογραφίες που δεν δημοσιοποιούμε ποτέ.
Και δεν τις ανεβάζουμε όχι επειδή δεν είναι καλές ή φωτογραφικά αποδεκτές, αλλά επειδή κάτι “ομιλούν” σε εμάς. Μια σκέψη, ένα συναίσθημα, μια εσωτερική μετατόπιση...

Η προσωπική ματιά πίσω από την κάμερα.
Όποιος φωτογραφίζει με φωτογραφική μηχανή ξέρει καλά το εξής:
Μόλις το μάτι πάει στο σκόπευτρο, αποκτάμε μια άλλη σχέση με τον κόσμο.
Το πλαίσιο στενεύει.
Ο χρόνος επιβραδύνεται.
Η προσοχή γίνεται πιο έντονη.
Σε εκείνη τη στιγμή, πολλές από τις φωτογραφίες που τραβάμε δεν είναι για να “ανέβουν” στα social. Είναι για εμάς. Είναι εικόνες που αποκαλύπτουν τι μας αφορά πραγματικά, πριν προλάβουμε να το συνειδητοποιήσουμε. Εκείνη η στιγμή –το βλέμμα μέσα από το σκόπευτρο– είναι σχεδόν ψυχική. Σαν μια μικρή εσωτερική παύση όπου συναντάμε κάτι από τον εαυτό μας.

Οι φωτογραφίες που κρατάμε χωρίς να ξέρουμε γιατί.
Υπάρχουν φωτογραφίες που παραμένουν για μήνες ή χρόνια στην κάρτα του κινητού ή στον υπολογιστή. Μπορεί να είναι μία λεπτομέρεια στο πάτωμα, ένα μισοφαγωμένο γεύμα, το φως στον τοίχο απέναντι, ένα βιαστικό πορτρέτο. Τις φυλάμε χωρίς να ξέρουμε ακριβώς το «γιατί». Όποτε τις βλέπουμε ξανά, νιώθουμε ένα ανεπαίσθητο σκίρτημα. Κάτι μας αγγίζει… αλλά δεν έχει λόγια.Σε αυτές τις εικόνες υπάρχει συνήθως κάτι ασυνείδητο: μια αίσθηση, μια ανάμνηση, μια λαχτάρα, κάτι που δεν είχε χώρο να φανερωθεί όταν τραβήξαμε το καρέ.
Η φωτογραφία γίνεται έτσι ένας ασφαλής χώρος όπου καταθέτουμε κάτι άμορφο, μέχρι να είμαστε έτοιμοι να το “δούμε”.
Οι “μη-τέλειες” φωτογραφίες είναι οι πιο αληθινές;
Όταν φωτογραφίζουμε για εμάς, όχι για το κοινό, χαλαρώνουμε.
Δεν σκεφτόμαστε αν το κάδρο είναι ιδανικό, αν το ISO είναι υψηλό ή αν το χρώμα του ουρανού «γράφει» σωστά. Αυτές οι φωτογραφίες έχουν μια ιδιότυπη ειλικρίνεια. Έχουν θόρυβο, λάθος εστίαση, περίεργη γωνία. Και ακριβώς γι’ αυτό… έχουν αλήθεια.
Συχνά αποτυπώνουν πράγματα που δεν είπαμε, συναισθήματα που προσπεράσαμε, στιγμές που δεν χωρούσαν πουθενά αλλού. Είναι σαν να κρατά η εικόνα το ίχνος μιας σκέψης πριν γίνει πλήρως συνειδητή.

Το προσωπικό βλέμμα που δεν προορίζεται για κοινό. Οι φωτογραφίες που δημοσιοποιούμε είναι εικόνες που περνούν από ένα φίλτρο: το βλέμμα των άλλων. “θα αρέσει;”, “θα είναι τεχνικά σωστή;”, “θα δείχνει την καλύτερη εκδοχή της ζωής μου;”.Αντίθετα, οι φωτογραφίες που δεν ανεβάζουμε έχουν μόνο ένα κριτήριο: να σημαίνουν κάτι για εμάς.
Όχι να δείχνουν όμορφες.
Όχι να είναι εντυπωσιακές.
Όχι να είναι “σωστές”.
Κι αυτό τις κάνει πιο ουσιαστικές. Γιατί μέσα τους φαίνεται το αυθεντικό μας βλέμμα: αυτό που δεν χρειάζεται επιβεβαίωση. Είτε η φωτογραφία προέρχεται από φωτογραφική κάμερα, είτε από το κινητό, αυτό το βλέμμα είναι πάντα προσωπικό.

Η φωτογραφική μηχανή ως αντικείμενο μετάβασης
Σε πολλές περιπτώσεις, ειδικά όταν φωτογραφίζουμε συστηματικά, η μηχανή λειτουργεί σαν ένα μικρό “μεταβατικό αντικείμενο” – όπως τα ονόμαζε ο Winnicott.
Όχι με τη βαριά θεωρητική έννοια, αλλά με μια πιο απλή: είναι ένα αντικείμενο που κουβαλάμε μαζί μας και μας βοηθά να συνδεθούμε με τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο.
Μια μηχανή στο χέρι μάς δίνει την άδεια να παρατηρούμε, να περιεργαζόμαστε, να πλησιάζουμε και να απομακρυνόμαστε.Και οι φωτογραφίες που μένουν αχρησιμοποίητες σε μια κάρτα ή σε έναν υπολογιστή, είναι μικρά ίχνη αυτής της προσωπικής διαδρομής.

Μια αθόρυβη συζήτηση με τον εαυτό μας.
Οι εικόνες που δεν δημοσιοποιούμε μοιάζουν με μικρά μηνύματα από τον εαυτό μας:
“Κάτι με άγγιξε εδώ.”
“Δεν είμαι έτοιμος να το μοιραστώ.”
“Αυτή η στιγμή μου ανήκει.”
“Κρατάω κάτι για αργότερα.”
Είναι μια μορφή εσωτερικής συζήτησης που δεν γίνεται με λόγια αλλά με καρέ. Η φωτογραφία έτσι λειτουργεί όχι μόνο ως αποτύπωση, αλλά και ως επεξεργασία. Μια απαλή, άμεση, μη-λεκτική επεξεργασία. Και κάποιες φορές, αναστοχασμός και επανατοποθέτηση.

Στο τέλος, οι φωτογραφίες που δεν ανεβάζουμε είναι οι πιο δικές μας. Δεν είναι οι φαινομενικά “καλές” φωτογραφίες, αλλά οι εσωτερικά σημαντικές. Είναι οι φωτογραφίες που μας βλέπουμε λίγο περισσότερο από όσο θα θέλαμε να μας δουν οι άλλοι. Είναι ίσως η πιο καθαρή απόδειξη ότι η φωτογραφία, πέρα από τέχνη ή τεχνική, είναι ένας τρόπος να είμαστε με τον εαυτό μας.
Αν μια μέρα ανοίγαμε μόνο εκείνες τις ξεχασμένες εικόνες – στο κινητό ή στη φωτογραφική μηχανή – ίσως βλέπαμε μια πιο αληθινή εκδοχή της ζωής μας.
Τη ζωή που δεν «ανεβάζουμε», αλλά που πραγματικά ζούμε.