Ένα ασήμαντο φαινομενικά γεγονός - ένα νεκρό πουλί στην άκρη του δρόμου - γίνεται η αφορμή για μια βύθιση στο εσωτερικό τοπίο της μνήμης, εκεί όπου το πραγματικό συγχέεται με το ονειρικό.
Μέσα από το μισοφωτισμένο πεδίο της ανάμνησης, η εικόνα μετατρέπεται σε punctum - σε εκείνο το τραύμα ή κάλεσμα που διαπερνά το βλέμμα και ανασύρει όσα παραμένουν άρρητα. Το όνειρο της ημέρας, η αγωνία, η ενοχή και η επιθυμία συνυπάρχουν σε μια διαρκή ταλάντωση ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Εκεί, στο μεταίχμιο της πτώσης, γεννιέται η ανάγκη να συγκρατήσεις κάτι πριν χαθεί οριστικά.
Εκείνη την ημέρα περπατούσα Έξω, όταν ξαφνικά είδα το νεκρό πουλί στην άκρη του δρόμου. Όπως όταν ρίχνουμε μια πέτρα σε στάσιμο νερό και κει γύρω της σχηματίζονται ομόκεντροι κύκλοι, έτσι ένας ήχος που όπως δεν ήταν δυνατόν να ακουστεί, με διαπέρασε.
Η ”αποφασιστική στιγμή” με τρόπο ανάποδο έδρασε, κι αφού είχα ήδη τραβήξει την φωτογραφία του ακίνητου σώματος, με τράβηξε στο κέντρο, αυτή τη φορά του εαυτού μου, το punctum. Τότε το τοπίο γύρω μου υποχώρησε, χάθηκε, κι ένα άλλο μισοφωτισμένο- μισοσκοτεινό άρχισε να κυλάει μπροστά στα μάτια μου. Φαίνεται πως είναι αληθινή η ικανότητα του ανθρώπου να ονειρεύεται τη μέρα, σκέφτηκα. Γεγονότα παλιότερα, θαμπά απεικάσματα, μια παράσταση θεάτρου σκιών βιωμένου παρατάχθηκε μπροστά μου, χωρίς αρχή μέση και τέλος, κι όμως υπήρχε το κέντρο. Ο εαυτός μου εκείνο το συμβάν εκεί το τοποθέτησε, ενώ αγωνιούσε να μην πραγματοποιηθεί η διαδικασία. […]
Αργότερα, όταν είδα ξανά τις τυπωμένες πλέον στο χαρτί εικόνες, άρχισαν οι στιγμές να ενώνονται, χωρίς σχέδιο και σκοπό. Σε μια αέναη διαδοχή αντιλήφθηκα ότι προηγήθηκαν οι σκουρόχρωμες που βλέπεις μόνο όταν μόλις έχει πέσει ο ήλιος και περιμένεις να ξεπροβάλει κάτι τερατώδες από την θάλασσα και μετά, αργότερα ακολούθησε μια φωτεινή ομίχλη.
Το να τοποθετείς εκείνο το γεγονός στο επίκεντρο είναι ένα είδος αλαζονείας, ψιθύρισα, επιορκίας απέναντι στη ζωή. Κι έπειτα θυμήθηκα τις παρακάτω γραμμές:
“Μιλάμε, χιλιάδες παιδάκια, κι εκεί γύρω να μην είναι κανείς-κανένας μεγάλος, λέω δηλαδή μονάχα εγώ. Κι εγώ θα στέκομαι άκρη άκρη σ’ ένα ξεκούδουνο γκρεμό. Και η δουλειά μου εμένα θα ‘ναι να τα πιάνω εκεί που θα κοντεύουνε να πέσουνε στο γκρεμό”
(Από το: Ο Φύλακας στη Σίκαλη, του JD. Salinger, μτφ. Τζ. Μαστοράκη)
https://www.ifocus.gr/magazine/fotografika-portfolios-synenteykseis/4849-der-traum-punctum#sigProIddb499a448a