Πέρασαν έξι χρόνια από τότε που η πανδημία του COVID-19 το 2020 μας έφερε αντιμέτωπους με ένα πρωτόγνωρο κοινωνικό φαινόμενο: το lockdown. Σε εκείνη τη συνθήκη, ο χρόνος έπαψε να είναι γραμμικός. Έγινε στατικός, διεσταλμένος, ράθυμος και δυσκίνητος. Μετουσιώθηκε σε μια ιδιότυπη μονάδα μέτρησης συναισθημάτων, φιλοξενώντας στην «κοιλιά» του τους ψιθύρους των ψυχών μας. Ήταν ένας χρόνος πραγματικός, αλλά χωρίς σημεία στίξης.

Κάθε βράδυ, για εβδομάδες, με μια κάμερα και παρέα με τον τετράποδο φίλο - κυριολεκτικά φύλακά - μου, έβγαινα να «συνομιλήσω» με τον χρόνο. Έπρεπε να τον αναζητήσω στα σκηνικά ενός άδειου αστικού τοπίου. Δεν κρυβόταν, αλλά απαιτούσε κόπο για να ανακαλυφθεί και να αποτυπωθεί, ώστε να μου χαρίσει τελικά έναν εσωτερικό διάλογο.

Η Μετουσίωση του Αγνώστου σε Αισθητική
Η ερήμωση των δρόμων και των πλατειών λειτούργησε ως ένας λευκός καμβάς όπου το άγνωστο μεταμορφώθηκε σε οπτική ποίηση. Τα φώτα και οι σκιές δέσποζαν ανεμπόδιστα, φορώντας τα «καλά τους ρούχα». Με την οχλοβοή στο μηδέν, ο ήχος από ένα μακρινό ραδιοφωνάκι σε μια ταράτσα γινόταν ικανός να με κατακλύσει, αλιεύοντας μνήμες περασμένων δεκαετιών. Η αισθητική της άδειας πόλης δεν ήταν απλώς μια καταγραφή απουσίας, αλλά μια πράξη ενσυνειδητότητας: μια προσπάθεια να βρεθεί ομορφιά και νόημα εκεί που η καθημερινότητα είχε «παγώσει», μετατρέποντας την αμηχανία της κρίσης σε καλλιτεχνική μαρτυρία.

Ο Χρόνος ως «Αντικείμενο»
Στο project αυτό, ο χρόνος απομονώνεται και εξετάζεται σχεδόν ψηλαφητά. Το βουητό της ανθρώπινης κυψέλης έμοιαζε να ανήκει στο μακρινό παρελθόν, δημιουργώντας μια δίνη όπου το «τότε» και το «τώρα» ενδημούσαν το ένα μέσα στο άλλο. Ο χρόνος «χάιδευε την κοιλιά του σαν Βούδας», ακίνητος και πλήρης. Μέσα σε αυτή την ερήμωση, τα φωτισμένα παράθυρα των πολυκατοικιών υπενθύμιζαν ότι η ζωή συνεχιζόταν σε μια άλλη διάσταση, πιο εσωτερική. Η φωτογραφία έγινε το εργαλείο για να «τιθασευτεί» αυτός ο άπιαστος χρόνος, να πάρει σχήμα και να γίνει ένα αντικείμενο αναστοχασμού που μπορούμε να παρατηρήσουμε εκ των υστέρων.
Η Συλλογική Μνήμη και το «Εμείς»
Ανασύροντας σήμερα αυτά τα βιώματα, συνειδητοποιώ ότι η φωτογραφική πράξη ήταν ένας τρόπος να διεργαστώ τη ραγδαία αλλαγή στις ζωές όλων μας. Το υλικό αυτό δεν αποτελεί μόνο τη δική μου «εσωτερική πόλη», αλλά ένα τμήμα ενός ευρύτερου συλλογικού ασυνείδητου. Η αξία του είναι διαχρονική γιατί η δική μου θέαση συναντά τη θέαση του «άλλου». Είτε πρόκειται για κάποιον που έζησε την ίδια σιωπή, είτε για έναν θεατή μετά από εκατό χρόνια, οι εικόνες αυτές λειτουργούν ως ένα οπτικό λεξικό της πανδημίας. Είναι η γέφυρα που επιτρέπει σε διαφορετικούς κόσμους να τέμνονται, αποδεικνύοντας ότι η εμπειρία του ενός μπορεί να γίνει η μνήμη των πολλών.
Η φωτογραφία αλλάζει την εστίαση απέναντι στην καθημερινότητα. Χωράει, νοηματοδοτεί και ερμηνεύει τον κόσμο και τον εαυτό μας. Εκεί που οι λέξεις αδυνατούν να αποδώσουν μια συνειδησιακή κατάσταση, η σκυτάλη περνά στην εικόνα. Γιατί, τελικά, μια εικόνα παραμένει πάντα χίλιες λέξεις.

Περισσότερες φωτογραφίες του ©pande[a]mo project, μπορείτε να δείτε στo φωτογραφικό μου site alexandrosc.photography
Αλέξανδρος Χριστοδουλόπουλος
Ψυχοδυναμικός & Εικαστικός Ψυχοθεραπευτής
Καλλιτεχνικός Φωτογράφος
Instagram: @_alexandros.c
https://www.ifocus.gr/magazine/fotografika-portfolios-synenteykseis/4823-the-pande-a-mo-project#sigProId837bfc6999