Ο Γιάννης Κρίκας δεν φωτογραφίζει για να εντυπωσιάσει. Φωτογραφίζει για να νιώσει, να κατανοήσει, να συνδεθεί. Με σπουδές στην κοινωνιολογία και ματιά που θυμίζει ποιητή του δρόμου, ο φακός του στρέφεται προς το "αφανές", το περιθώριο, την καθημερινότητα που περνά απαρατήρητη. Το στραβό του κάδρο, αισθητική υπογραφή και υπαρξιακή δήλωση μαζί, δεν είναι «λάθος», αλλά μια συνειδητή προσπάθεια να σπάσει τη βολική συμμετρία του κόσμου και να αποκαλύψει την αστάθεια, τη ρωγμή, το βαθύτερο βλέμμα.

Στη συνέντευξη που ακολουθεί, μιλά για τη μακρόχρονη σχέση του με τη φωτογραφία, τη σημασία της μνήμης και του τόπου, τον ρόλο του φωτογράφου στη σημερινή κοινωνία και το πώς μια παλιά φωτογραφία μπορεί να λειτουργήσει ως πράξη πολιτιστικού ακτιβισμού. Ένας συνομιλητής που στοχάζεται με ειλικρίνεια, μοιράζεται με γενναιοδωρία και φωτογραφίζει με ενσυναίσθηση.

Πότε και πώς ξεκίνησε η σχέση σου με τη φωτογραφία; Ήταν κάτι που προέκυψε τυχαία ή υπήρξε κάποιο καθοριστικό ερέθισμα;
Η σχέση μου με τη φωτογραφία ξεκινά από τα μαθητικά μου χρόνια. Δεν ήταν κάτι τυχαίο. Θυμάμαι να ξεφυλλίζω άλμπουμ με παλιές οικογενειακές φωτογραφίες στα σπίτια συγγενών και να με συνεπαίρνει αυτό το "πάγωμα του χρόνου". Με γοήτευε η δύναμη της εικόνας να αφηγείται σιωπηλά, να καταγράφει και να αποκαλύπτει. Οι εικόνες με ταξίδευαν — με έβαζαν σε ιστορίες, εποχές, πρόσωπα. Αργότερα, ως μαθητής λυκείου, εργάστηκα δύο καλοκαίρια στο ιστορικό φωτογραφείο Σακελλαρίδη στη Ρόδο. Ήταν μια καθοριστική εμπειρία. Αργότερα γνώρισα τον Αχιλλέα Ευαγγέλου, έναν φωτογράφο με βαθιά ποιητική ματιά και με επηρέασε Η πρώτη μου κάμερα ήταν μια Yashica με φακό 50mm.
Από τότε δεν σταμάτησα να φωτογραφίζω. Φτιάχνω τον δικό μου σκοτεινό θάλαμο εμφανίζω φιλμ και εκτυπώνω ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Πρώτος μου δάσκαλος ήταν ο Νίκος Ανδρικόπουλος στα ΝΕΛΕ Ζωγράφου στα τέλη της δεκαετίας του 80.
Από παιδί με συνέπαιρνε η ιδέα να σταματήσω τον χρόνο.
Θυμάσαι την πρώτη φωτογραφία που ένιωσες περήφανος που τράβηξες;
Νομίζω ήταν μια ασπρόμαυρη φωτογραφία στα τέλη της δεκαετίας του '80. Ήταν μια σκηνή σε μία ταβέρνα στα Θολάρια της Αμοργού . Δύο αυθεντικοί λαϊκοί οργανοπαίχτες να παίζουν νησιώτικους σκοπούς σε ένα πραγματικό λαϊκό πανηγύρι. Μέσα από το κάδρο ένιωσα ότι είχα "αιχμαλωτίσει" κάτι αυθεντικό, κάτι αληθινό. Εκεί κατάλαβα ότι η φωτογραφία μπορεί να διατηρήσει κάτι πολύ πιο βαθύ από την εικόνα: μια σχέση, μια εποχή, ένα συναίσθημα. Την τράβηξα σε ασπρόμαυρο φιλμ, την εμφάνισα και την εκτύπωσα ο ίδιος. Έκτοτε, αυτή η αίσθηση της επαφής με την πραγματικότητα με ακολουθεί. Αυτή η φωτογραφία παραδόθηκε στον εικονιζόμενο (στον ένα από τους δύο ) 35 χρόνια μετά.
Φωτογραφίζω για να βρίσκω νόημα. Για να σταματώ, έστω για λίγο, τον θόρυβο της καθημερινότητας.

Ποιο είναι το βαθύτερο κίνητρο πίσω από το γεγονός ότι συνεχίζεις να φωτογραφίζεις; Τι αναζητάς μέσα από αυτή τη διαδικασία;
Φωτογραφίζω για να κατανοήσω και να συνδεθώ με τον κόσμο γύρω μου. Ως κοινωνιολόγος, πάντα με ενδιέφερε η ανθρώπινη συμπεριφορά, οι σχέσεις, η κοινωνική πραγματικότητα. Η φωτογραφία είναι μια σιωπηλή πράξη παρατήρησης, αλλά και συμμετοχής. Είναι και μέσο καταγραφής και μορφή έκφρασης. Αναζητώ το σιωπηλό βάθος της καθημερινότητας. Φωτογραφίζω για να μην ξεχάσω, για να παγώσω κάτι που αισθάνομαι ότι περνάει απαρατήρητο. Είναι μια μορφή προσωπικής καταγραφής, σχεδόν σαν ημερολόγιο – όχι με γεγονότα, αλλά με διαθέσεις. Η φωτογραφία για μένα είναι ένα εργαλείο κατανόησης. Όπως ένας κοινωνιολόγος προσπαθεί να διαβάσει τις δομές της κοινωνίας, έτσι κι εγώ προσπαθώ να διαβάσω τη ζωή μέσα από το φως, τη σκιά και τη σιωπή των ανθρώπων. Φωτογραφίζω για να βρίσκω νόημα. Για να σταματώ, έστω για λίγο, τον θόρυβο της καθημερινότητας.
Μέσα από τον φακό, αναζητώ όχι τόσο απαντήσεις, όσο μια πιο βαθιά ματιά.

Έχεις κάποιο συγκεκριμένο όραμα ή αποστολή μέσα από τη φωτογραφία; Ποιο είναι το μήνυμα ή η συγκίνηση που επιθυμείς να μεταδώσεις;
Θέλω να καταγράψω το βλέμμα του "περιθωριακού", του "αόρατου", το παράδοξο της καθημερινότητας, αυτό που προσπερνάμε. Θέλω να δημιουργώ εικόνες που να προκαλούν μια μικρή ανατροπή, μια ρωγμή στον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα. Θα έλεγα ότι το μήνυμα είναι η ευγένεια του βλέμματος. Δεν φωτογραφίζω για να καταγγείλω ούτε για να εντυπωσιάσω. ενδιαφέρει η μικρή συγκίνηση. Η ανεπαίσθητη μετατόπιση του βλέμματος. Αν μια φωτογραφία μου κάνει κάποιον να σταθεί ένα δευτερόλεπτο παραπάνω, να νιώσει κάτι ή να αναρωτηθεί, τότε ίσως έχω πετύχει τον σκοπό μου. Και κάποιες φορές, με ενδιαφέρει να θέσω ερωτήματα — για το τι βλέπουμε, πώς το βλέπουμε, και τι σημαίνει αυτό. Ότι μια στραβή γραμμή μπορεί να λέει περισσότερα από μια τέλεια σύνθεση.

Πώς βλέπεις τον ρόλο του φωτογράφου στη σημερινή κοινωνία;
Ο φωτογράφος δεν είναι απλώς καταγραφέας. Είναι σχολιαστής. Στην εποχή της υπερπληροφόρησης και της εικόνας-καταναλωτικού προϊόντος, ο φωτογράφος μπορεί να λειτουργήσει ως αντίσταση στην επιφανειακή θέαση. Να εστιάσει, να επιλέξει, να δείξει αυτό που χάνεται στο πλήθος.
Ο φωτογράφος μπορεί να είναι ταυτόχρονα παρατηρητής και ποιητής. Σήμερα που όλα τρέχουν, χρειαζόμαστε ανθρώπους που να επιβραδύνουν, να κοιτάζουν αλλιώς, να προτείνουν μια διαφορετική σχέση με την εικόνα – όχι ως κατανάλωση, αλλά ως στοχασμό. Να δείξει το «μικρό», το «αφανές», το «αληθινό». Να μην καταγράφει απλώς, αλλά να αφηγείται.
Σήμερα, μέσα σε έναν καταιγισμό εικόνων, ο ρόλος του φωτογράφου ίσως είναι να πατήσει φρένο.
Να δώσει βαρύτητα.
Να πει: «κοίτα καλύτερα».

Στη δουλειά σου εμφανίζεται συχνά το στραβό κάδρο. (Dutch angle ) Πώς ξεκίνησε αυτό;
Ξεκίνησε μάλλον ασυνείδητα. Ένιωθα ότι η «ευθεία» δεν αρκούσε για να εκφράσει το αίσθημα που μου γεννούσε μια σκηνή. Ήταν ένας τρόπος να χωρέσω στο κάδρο την ένταση μιας στιγμής, την κίνηση ή την αμηχανία ενός δρόμου. Το στραβό κάδρο μού επέτρεπε να εντείνω την ένταση, τη ρευστότητα, την αποσταθεροποίηση. Αργότερα, ανακάλυψα ότι αυτή η γλώσσα υπήρχε και σε άλλους δημιουργούς. Ξεκίνησε σχεδόν τυχαία, αλλά σύντομα κατάλαβα ότι με εκφράζει. Το στραβό κάδρο αντανακλά το πώς βλέπω τον κόσμο: όχι συμμετρικά, όχι σταθερά. Είναι σαν να περπατάς και να γέρνει λίγο το έδαφος – όχι από τεχνική αδυναμία, αλλά από επιλογή. Με τα χρόνια όμως συνειδητοποίησα πως αυτό το «στράβωμα» αντανακλούσε κάτι βαθύτερο — μια εσωτερική ματιά, έναν τρόπο να νιώσω πιο έντονα την ένταση της στιγμής. Στην πορεία έγινε αισθητική επιλογή, εργαλείο και ταυτότητα.
Πιστεύεις ότι το στραβό κάδρο λειτουργεί ως σχόλιο, αντίδραση ή απόπειρα διάσπασης της συμβατικής οπτικής;
Ναι, είναι μια αισθητική αλλά και ιδεολογική στάση. Δεν αποδέχομαι ότι υπάρχει μόνο ένας «ορθός» τρόπος να δεις τον κόσμο. Το στραβό κάδρο είναι τρόπος να πω: "Κοίτα κι αλλιώς". Δεν είναι μόνο αισθητική – είναι μια μορφή ήπιας αντίστασης. Μια δήλωση ότι η «σωστή» οπτική είναι συχνά μια αυταπάτη. Ότι η ασυμμετρία είναι πιο ειλικρινής από την τελειότητα. Είναι για μένα ένας τρόπος να αμφισβητήσω τη «φυσική» σειρά των πραγμάτων. Να δηλώσω πως η ζωή δεν πορεύεται πάντα σε ευθείες γραμμές. Το βλέμμα μου έλκεται από την ακανονιστία, την παραμόρφωση, τη ρωγμή. Το στραβό κάδρο επιτρέπει να χωρέσει η αβεβαιότητα μέσα στην εικόνα.

Πώς αντιδρούν οι θεατές ή άλλοι φωτογράφοι σε αυτό το στοιχείο της δουλειάς σου;
Υπάρχουν διφορούμενες αντιδράσεις. Άλλοι το θεωρούν λάθος ή τεχνική αδυναμία, άλλοι το αναγνωρίζουν ως συνειδητή αισθητική επιλογή. Το σημαντικό είναι ότι δεν περνά απαρατήρητο. Κάποιοι εκπλήσσονται θετικά, άλλοι νιώθουν άβολα. Και αυτή η αμηχανία με ενδιαφέρει – είναι δείγμα ότι η εικόνα λέει κάτι έξω από το συνηθισμένο. Επίσης κάποιοι νιώθουν άβολα, λένε ότι τους «χαλάει» την ισορροπία. Άλλοι γοητεύονται, λένε ότι τους βάζει σε σκέψη. Πάντως δεν περνά απαρατήρητο. Και αυτό για μένα είναι σημαντικό. Προτιμώ την αμφιλεγόμενη αντίδραση από την αδιάφορη αποδοχή.
Ο Garry Winogrand έχει φωτογραφίες με «λανθασμένο» κάδρο, συχνά τραβηγμένες εν κινήσει. Σε έχει επηρεάσει;
Πολύ. Ο Winogrand με επηρέασε τόσο θεματολογικά όσο και αισθητικά. . Όταν ήρθα σε επαφή με το έργο του Garry Winogrand, ένιωσα μια βαθιά σύνδεση. Είδα ότι αυτή η «αστάθεια» στο κάδρο μπορεί να κουβαλά μια αλήθεια πιο ουσιαστική από την τεχνική τελειότητα.Η φαινομενική τυχαιότητα, η δυναμική του καρέ του, το βλέμμα του που αρπάζει τη ζωή στον δρόμο, όλα αυτά με συγκινούν. Με έχει επηρεάσει όχι μόνο στη φόρμα, αλλά κυρίως στη φιλοσοφία του να φωτογραφίζεις χωρίς να εξηγείς τα πάντα. Η ενέργεια, η ασάφεια, η "ατέλειά" του με συγκινούν βαθιά.
Ο Winogrand με συγκλόνισε όταν τον ανακάλυψα. Ήταν σαν να έβλεπα κάποιον που είχε ήδη διανύσει το δικό μου εσωτερικό μονοπάτι. Ο τρόπος του να ανατέμνει τον δρόμο, τη ζωή, την τυχαιότητα — όλα αυτά με επηρέασαν βαθιά. Πίσω από την προχειρότητα του κάδρου, έκρυβε έναν κοφτερό στοχασμό πάνω στον άνθρωπο και την εποχή του.

Η αισθητική της αποσταθεροποίησης σε συνδέει με κάποιο κοινωνικό ή πολιτικό σχόλιο;
Ναι, απολύτως. Ως κοινωνιολόγος και φωτογράφος, με ενδιαφέρει να δείξω τη ρευστότητα, την κρίση, την ένταση της σύγχρονης εποχής. Το στραβό κάδρο ενσωματώνει αυτή την αστάθεια. Το στραβό κάδρο είναι ένα σχόλιο πάνω στην ίδια την πράξη της θέασης. Διαταράσσει τη βολική ματιά, σπάει την ευθυγράμμιση, σε αναγκάζει να επανατοποθετηθείς. Είναι μια μορφή ήπιας αμφισβήτησης, μια διακοπή στον ρυθμό της συνήθειας. Είναι μια άρνηση της απόλυτης τάξης, της «ορθής» γραμμής που μας σερβίρουν σε όλα. Είναι μια οπτική θέση: τα πράγματα είναι πιο σύνθετα, πιο ρευστά απ’ όσο φαίνονται. Πιστεύω ότι κάθε αισθητική επιλογή είναι και μια στάση ζωής.

Το λοξό κάδρο μου δεν είναι απλώς εφέ — είναι σχόλιο πάνω στην αβεβαιότητα, στη ρευστότητα, στην εσωτερική ασυμμετρία του σύγχρονου κόσμου.
Υπάρχουν άλλοι φωτογράφοι ή κινηματογραφιστές που χρησιμοποίησαν το Dutch angle και σε ενέπνευσαν;
Ναι. Ο Orson Welles, τα φιλμ νουάρ, αλλά και σκηνοθέτες του Νέου Κύματος χρησιμοποίησαν αυτή τη γωνία για να δημιουργήσουν ένταση, ψυχολογική αστάθεια. Έχω επηρεαστεί από αυτόν τον κινηματογραφικό τρόπο σκέψης. Επίσης και ο Hitchcock έδωσε βάθος ψυχολογικό στη γωνία. Αλλά και στο μοντέρνο σινεμά, το στραβό κάδρο δηλώνει συχνά αστάθεια, κρίση, ρήγμα. Κάτι που με αφορά. Ο Orson Welles, ο Hitchcock, ο Wajda — όλοι χρησιμοποίησαν το λοξό κάδρο για να προκαλέσουν αίσθημα αστάθειας ή ψυχολογικής έντασης. Επηρεάστηκα κυρίως στη συναισθηματική φόρτιση που μπορεί να έχει μια τέτοια επιλογή. Εικόνες με δραματική κλίση έχουν κάτι το ακαθόριστο, το υπόγεια απειλητικό ή μελαγχολικό. Αυτό με ελκύει.

Σκέφτεσαι ποτέ «κινηματογραφικά» όταν φωτογραφίζεις;
Συχνά. Ειδικά στ φωτογραφία δρόμου (street photography), νιώθω σαν να "στήνω" ένα καρέ από ταινία που δεν γυρίστηκε ποτέ. Η στιγμή και η σύνθεση έχουν αφηγηματική δυναμική. Σκέφτομαι σε κάδρα, σε διάρκεια, σε ρυθμό.
Μου αρέσει να σκηνοθετώ τις σκηνές χωρίς να τις σκηνοθετώ. Να βρίσκω μια θεατρικότητα στον δρόμο, ένα δράμα που εκτυλίσσεται μέσα σε χιλιοστά του δευτερολέπτου. Η φωτογραφία μου έχει αυτή την τάση: να δείχνει κάτι πριν ή μετά την κορύφωση. Σαν καρέ από μια ιστορία που δεν ειπώθηκε ποτέ ολόκληρη.
Βλέπεις το στραβό κάδρο ως δήλωση;
Το βλέπω ως συνειδητή επιλογή. Δεν είναι πάντα παρόν, αλλά όταν εμφανίζεται, είναι μια στάση. Είναι ένα σχόλιο για την ατελή θέαση, την ασταθή πραγματικότητα. Δεν με ενδιαφέρει η «σωστή» ματιά. Με ενδιαφέρει η ειλικρινής ματιά.

Πόσο τυχαίο είναι το στραβό κάδρο; Το σχεδιάζεις ή το αφήνεις να προκύψει;
Είναι και τα δύο. Πολλές φορές προκύπτει από την ένταση της στιγμής, αλλά υπάρχει και συνειδητή πρόθεση. Είναι εργαλείο πλέον στο οπλοστάσιό μου. Είναι μια διακριτική, αλλά ξεκάθαρη αμφισβήτηση. Όχι κραυγαλέα, αλλά υπόγεια.
Πώς αντιδρά το κοινό στο έργο σου; Υπάρχει πόλωση; Το βλέπουν ως λάθος ή ως συνειδητή δήλωση;
Υπάρχει σίγουρα πόλωση. Κάποιοι ενθουσιάζονται, άλλοι ρωτούν «γιατί δεν το ισιώνεις;». Το βρίσκω υγιές. Αν δεν ενοχλείς κανέναν, μάλλον δεν κάνεις τίποτα ουσιαστικό.

Σκέφτεσαι ποτέ να επιστρέψεις σε πιο «ορθόδοξα» κάδρα;
Όχι με όρους επιστροφής. Αλλά υπάρχουν εικόνες που "ζητούν" πιο σταθερό κάδρο. Η επιλογή γίνεται με βάση το περιεχόμενο. Πλέον έχει γίνει κομμάτι του βλέμματός μου. Δεν αποκλείω την ευθεία, αλλά δεν κυνηγώ την «κανονικότητα» από ανάγκη. Αν έρθει, θα έρθει μόνη της.

Έχεις αναπτύξει μια ιδιαίτερη σχέση με τη Φιλιππιάδα. Πώς ξεκίνησε η συλλογή φωτογραφιών;
Η Φιλιππιάδα είναι ο τόπος καταγωγής μου. Από μικρός έβλεπα παλιές φωτογραφίες σε συγγενικά σπίτια. Με συγκινούσε η ανθρώπινη παρουσία, οι ενδυμασίες, οι γιορτές, τα βλέμματα. Ήταν σαν μια προσπάθεια να δω ξανά το παρελθόν μέσα από τα μάτια εκείνων που έζησαν, περπάτησαν, εργάστηκαν στους ίδιους δρόμους. Κάπως έτσι άρχισα να συλλέγω φωτογραφίες, αρχικά για μένα, και μετά με μια ευρύτερη επιθυμία: να διασώσω τη μνήμη του τόπου μου.

Είναι η συλλογή αυτή μια μορφή πολιτιστικού ακτιβισμού;
Ναι, θα το έλεγα. Η τοπική ιστορία, η μνήμη, ο φωτογραφικός χρόνος είναι πεδία πολιτιστικής σημασίας. Η διάσωσή τους είναι πράξη φροντίδας και απόδοσης τιμής. . Είναι μια πράξη αντίστασης στη λήθη. Σώζοντας αυτές τις εικόνες, σώζεις αφηγήσεις που δεν θα ειπωθούν αλλιώς. Ζούμε σε εποχές που όλα τείνουν να εξισώνονται, να ξεχνιούνται. Η τοπική φωτογραφία λειτουργεί σαν αγκωνάρι: κρατά την ιστορία ζωντανή, την κάνει προσβάσιμη, συνομιλητή του σήμερα. Το να διατηρείς φωτογραφίες ενός τόπου, να τις μοιράζεσαι, να μιλάς για την ιστορία τους — είναι μια πράξη φροντίδας. Και κάθε φροντίδα είναι πολιτική.

Σώζοντας αυτές τις εικόνες, σώζεις αφηγήσεις που δεν θα ειπωθούν αλλιώς.
Έχει αλλάξει ο τρόπος που βλέπεις τον τόπο σου μέσα από τις παλιές φωτογραφίες;
Απόλυτα. Οι εικόνες αποκαλύπτουν όψεις του τόπου που αγνοούσα. Με βοηθούν να καταλάβω τη συλλογική μας ταυτότητα και να την επαναδιαπραγματευτώ. Ξαφνικά βλέπω τα κτίρια, τα πρόσωπα, τα τοπία με νέο σεβασμό. Κάθε παλιά φωτογραφία είναι ένας καθρέφτης του σήμερα. Οι παλιές φωτογραφίες με δίδαξαν να κοιτώ διαφορετικά τον τόπο. Μου έδειξαν πρόσωπα και γωνιές που δεν υπάρχουν πια. Με έμαθαν να παρατηρώ λεπτομέρειες, να φαντάζομαι ιστορίες, να αφουγκράζομαι την αλλαγή. Κάθε φωτογραφία είναι ένας καθρέφτης: άλλοτε της νοσταλγίας, άλλοτε της διαδρομής του συλλογικού εαυτού μας.

Ποιο είναι το πιο ξεχωριστό εύρημα της συλλογής σου;
Το πιο ξεχωριστό εύρημα για μένα είναι μια φωτογραφία του Δημοτικού Σχολείου της Φιλιππιάδας (φωτό πάνω) στις αρχές της δεκαετίας του ’30, όπου διακρίνεται κι ο πατέρας μου ως μικρό παιδί. Πρόκειται για μια εικόνα που συνδυάζει μνήμη και ιστορία: από τη μια η προσωπική συγκίνηση, από την άλλη το αποτύπωμα μιας ολόκληρης γενιάς, μιας κοινότητας που πορεύτηκε μέσα σε δύσκολους καιρούς. Αυτή η φωτογραφία δεν είναι μόνο οικογενειακό κειμήλιο· είναι ένα κομμάτι συλλογικής ταυτότητας, που δείχνει πώς η ατομική εμπειρία συναντά τη μεγάλη αφήγηση του τόπου. προσωπικό και κοινωνικό συναντιούνται στο ίδιο κάδρο.
Θεωρείς ότι η ιστορική φωτογραφία και η σύγχρονη φωτογραφία συνομιλούν μεταξύ τους; Και αν ναι, πώς αυτό επηρεάζει τη δική σου καλλιτεχνική ματιά;
Πιστεύω ακράδαντα πως ναι. Η ιστορική φωτογραφία λειτουργεί σαν υποδομή, σαν σκελετός. Όταν φωτογραφίζω σήμερα, πολλές φορές νιώθω πως συνεχίζω ένα νήμα. Πως δεν είμαι μόνος μου, αλλά συνομιλώ με αυτούς που προηγήθηκαν. Αυτό με κάνει πιο υπεύθυνο, αλλά και πιο ευαίσθητο απέναντι στη μικροϊστορία που χτίζεται σε κάθε δρόμο, σε κάθε βλέμμα. Η ιστορική φωτογραφία είναι καθρέφτης, μνήμη, πλαίσιο. Η σύγχρονη φωτογραφία μπορεί να συνομιλήσει με αυτήν, να την αμφισβητήσει ή να την τιμήσει. Αυτό επηρεάζει και τη δική μου ματιά απόλυτα. Η μία φωτίζει την άλλη. Η ιστορική φωτογραφία μου θυμίζει τη βαρύτητα του στιγμιότυπου. Η σύγχρονη με καλεί να συνεχίσω αυτή τη γραμμή, να αφήσω κι εγώ ίχνη.

Πού βλέπεις τη δουλειά σου να πηγαίνει τα επόμενα χρόνια;
Θα ήθελα να παρουσιάσω τη δουλειά μου σε εκθέσεις, να εκδώσω υλικό, τόσο από το σύγχρονο έργο όσο και από τη συλλογή της Φιλιππιάδας. Να συνεχίσω να εξερευνώ τη φωτογραφία ως πράξη διαλόγου και ευαισθησίας. Θα ήθελα να εμβαθύνω περισσότερο στο οπτικό αφήγημα. Πιο πολλά projects με δομή, πιθανόν ένα φωτογραφικό βιβλίο, ή και συνεργασίες με άλλες μορφές τέχνης – κείμενο, ήχο, αρχείο. Θα ήθελα η δουλειά μου να κινηθεί πιο στοχευμένα προς την αρχειοθέτηση και ανάδειξη της τοπικής μνήμης, αλλά και να συνεχίσει να αποτυπώνει την καθημερινότητα του σήμερα — το "τώρα" που τόσο εύκολα μας διαφεύγει. Ενδιαφέρομαι να συνεχίσω τη street photography, να καταγράψω το αστικό και επαρχιακό τοπίο με το δικό μου βλέμμα, αλλά παράλληλα θέλω να δημιουργήσω ένα οργανωμένο αρχείο, που να είναι προσβάσιμο και στους άλλους, ως ντοκουμέντο και αφήγηση

Θα σε ενδιέφερε να εκθέσεις ή να εκδόσεις τη συλλογή σου από τη Φιλιππιάδα;
Ναι, το σκέφτομαι σοβαρά. Είναι μια συλλογή που αξίζει να μοιραστεί. Θα ήθελα να τη δω να παίρνει τη θέση της στη δημόσια σφαίρα, είτε με έκθεση είτε με έντυπη ή ψηφιακή έκδοση αλλά και ως πλατφόρμα διαλόγου με την κοινότητα. Μια μορφή επιστροφής. Μια έκθεση θα έδινε "σώμα" σε αυτή τη συλλογή και θα άνοιγε έναν διάλογο με την τοπική κοινωνία. Μια έκδοση — είτε σε έντυπη είτε σε ψηφιακή μορφή — θα ήταν μια πράξη διάσωσης και μοιράσματος. Θέλω αυτές οι εικόνες να ταξιδέψουν, να ξαναζωντανέψουν, να συναντήσουν νέες γενιές.