Κοίταξα και πάλι τριγύρω. Μόνο φώς. Απέραντο φώς. Ένας χώρος άφανος κι εγώ μεσα εκεί ακίνητος, ζωντανός και σίγουρος πλέον ότι υπήρχα. Ευτυχώς που δεν είχα σώμα, διαφορετικά θα είχα πολύ περισσότερους λόγους να φοβάμαι. Η σκέψη, το μεγαλύτερο εμπόδιο απ όλα, αλλά συνάμα κι οδηγός μοναδικός, ήτανε απαραίτητο να με λιανίσει, ώστε ν αντιληφθώ το αβοήθητο της κατάστασής μου. Και όσο η σκέψη μου οργίαζε στους διαρκείς της κβαντικούς υπολογισμούς, τόσο παρέμενα θλιβερά ακίνητος, προσπαθώντας να συσσωρεύσω το νού μου σε κάποιο ζωτικής σημασίας σημείο.
ΤΟ ΠΛΥΝΤΗΡΙΟ (Μέρος ΙΙ)
Καλώς ήλθες, ακούστηκε να λέει η φωνή. Όμως παραδόξως δε μπορούσα να προσδιορίσω ούτε αν αυτή η φωνή ήταν ανδρική ή γυναικεία, ούτε καν αν μίλησε σε γλώσσα που μιλώ. Δε μ’ ένοιαζε όμως καθόλου. Είχα βεβαιωθεί ότι δεν είχα πια κορμί. Το μόνο που μου είχε απομείνει ήταν η ύπαρξη. Έτσι προφανώς εξηγείται κι αυτή η διαρκής έλλειψη φόβου. Δεν είχα τίποτα, μα τίποτα να χάσω. Ένοιωθα βέβαια πολύ έντονα την ανάγκη να μιλήσω, να ρωτήσω ή να φωνάξω, ήξερα όμως ότι δεν είχε νόημα να προσπαθώ. Δεν μου είχε απομείνει φωνή. Ακόμη πιό καλά όμως ήξερα, ότι αισθανόμουν διαρκώς καλοδεχούμενος. Αυτό και μόνο μου αρκούσε για ν’ αφηθώ να δώ με δίχως μάτια.
Προσπάθησα να περπατήσω. Ένοιωσα τιποτένιος. Μα φυσικά, αφού δεν είχα πόδια. Δε χρειάζονταν ν’ αναρωτιέμαι πιά. Ήταν απόλυτα σίγουρο ότι δεν υπήρχα. Όμως υπήρχε ακόμα η μνήμη. Υπήρχε το εγώ. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να εξηγηθεί εκείνη η αδιάκοπη θέληση μου να βρώ έναν τρόπο να κινούμαι αυτόνομα; Αν αυτή η θέληση δεν υπήρχε, ίσως ακόμη να αιωρούμουν στο σημείο όπου είχα αρχικά εξαϋλωθεί. Οφείλω όμως να ομολογήσω ότι δε ήταν καθόλου εύκολο να βρώ τον τρόπο να κινούμαι. Ποιός μπορεί να φανταστεί πως είναι να κινείσαι αν δεν έχεις ούτε μάτια, ούτε κορμί;
Μέχρι να προσδιορίσω τι ήταν αυτό που πραγματικά ήθελα, έμεινα αναγκαστικά ακίνητος. Δεν ξέρω αν αυτό κράτησε δευτερόλεπτα ή αιώνες. Ξέρω μονάχα πως αυτό που μ’ έβαλε σε κίνηση ήταν η ανία. Μέσα μου βαθιά γνώριζα πως δεν υπήρχε ελπίδα συντροφιάς ούτε για δείγμα. Το μόνο που υπήρχε ήταν το φώς κι εγώ, που απελπισμένα προσπαθούσα ν΄αντισταθώ στο γεγονός ότι ήμουν ένα μ’ εκείνο. Αυτή η διαπίστωση με αναστάτωσε. Ομολογουμένως ένοιωσα χαμένος. Πού θα μπορούσα να θέλω να πάω δίχως να βλέπω; Πώς θα μπορούσα να βαδίσω δίχως πόδια; Η ανησυχία που μόλις είχε αρχίσει να γεννιέται μου επέβαλλε να προσέξω κάτι ανήκουστο, που απορώ πώς δεν του είχα δώσει σημασία μέχρι τότε. Είχα ακόμη την ανάσα μου. Μέσα στην ανυπέρβλητή μου ανυπαρξία, όχι μόνο υπήρχα, αλλά ήμουν και ζωντανός!
Τώρα πια άρχιζε να φανερώνεται ο αντικειμενικός λόγος τής εσωτερικής μου αναστάτωσης. Δεν ήμουν τόσο ελεύθερος όσο νόμιζα. Είχα πραγματικά κάτι να χάσω. Τη ζωή. Αν δεν το είχα διαπιστώσει αυτό μπορεί να την έχανα εν αγνοία μου. Τώρα είχα έστω μια δυνατότητα να της δώσω αξία. Να την υποστηρίξω. Να τη ζήσω. Δεν ήταν καθόλου λίγο αυτό. Μέσα μου είχε αρχίσει να κοπάζει μια άγρια χαρά.
Κοίταξα και πάλι τριγύρω. Μόνο φώς. Απέραντο φώς. Ένας χώρος άφανος κι εγώ μεσα εκεί ακίνητος, ζωντανός και σίγουρος πλέον ότι υπήρχα. Ευτυχώς που δεν είχα σώμα, διαφορετικά θα είχα πολύ περισσότερους λόγους να φοβάμαι. Η σκέψη, το μεγαλύτερο εμπόδιο απ’ όλα, αλλά συνάμα κι οδηγός μοναδικός, ήτανε απαραίτητο να με λιανίσει, ώστε ν’ αντιληφθώ το αβοήθητο της κατάστασής μου. Και όσο η σκέψη μου οργίαζε στους διαρκείς της κβαντικούς υπολογισμούς, τόσο παρέμενα θλιβερά ακίνητος, προσπαθώντας να συσσωρεύσω το νού μου σε κάποιο ζωτικής σημασίας σημείο.
Σ’ εκείνο που θα καθόριζε αν είμαι πραγματικά ελεύθερος να ζώ.
(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)