Αρχικά ονειρευόμενος να γίνει σκηνοθέτης, ο Harry Gruyaert (Αμβέρσα-Βέλγιο, 1961) σπούδασε στη Σχολή Κινηματογράφου και Φωτογραφίας στις Βρυξέλλες από το 1959 έως το 1962. Λίγο αργότερα, σε ηλικία 21 ετών εγκατέλειψε το Βέλγιο, εγκαταλείποντας ταυτόχρονα και το αυστηρό καθολικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε. Ταξίδεψε αρκετά σε όλη την Ευρώπη, την Βόρεια Αφρική, την Ασία και τις Ηνωμένες Πολιτείες και έζησε σε πόλεις με ζωντανή κινηματογραφική και φωτογραφική σκηνή, όπως το Παρίσι και το Λονδίνο. Κατά τη διάρκεια του πρώτου ταξιδιού του στη Νέα Υόρκη ανακάλυψε καλλιτέχνες της Pop Art, όπως ο Roy Lichtenstein και ο Robert Rauschenberg και εκτίμησε σε αυτούς τον δημιουργικό δυναμισμό του χρώματος. Καθοριστικό ρόλο επίσης για την προσέγγιση του χρώματος αποτέλεσαν οι οπτικές εικόνες από το πρώτο ταξίδι του στο Μαρόκο την επόμενη χρονιά (1969). Έτσι, από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1970 αποφάσισε να αφιερωθεί εξ ολοκλήρου στην έγχρωμη φωτογραφία, ως ένας από τους πρώτους φωτογράφους στην Ευρώπη.
Ο Gruyaert χρησιμοποιούσε το έγχρωμο Kodachrome και το έργο του είναι σύγχρονο των Ernst Haas, William Eggleston και Joel Meyerowitz, το οποίο οι Αμερικανοί σχολιαστές αναγνώριζαν ως το «Νέο Χρώμα». Εντάχθηκε στο δυναμικό του πρακτορείου Magnum το 1982 και ήταν από τους πρώτους -μαζί με τον Alex Webb- που φωτογράφιζε αποκλειστικά με έγχρωμο.
Το κινηματογραφικό υπόβαθρο που απέκτησε στις σπουδές του, ενστάλαξε μέσα του μια αισθητική αντίληψη για τη Φωτογραφία. Οι εικόνες του μοιάζουν με στιγμιότυπα μαγικών στιγμών, στις οποίες διαφορετικά οπτικά στοιχεία, κυρίως χρώμα, μορφή, φως και κίνηση, συναντώνται αυθόρμητα στον φακό του. Προτιμούσε το αυθόρμητο έναντι του σκηνοθετικά υπολογισμένου χρησιμοποιώντας την ενίσχυση του κορεσμού, της αντίθεσης και του τονικού βάθους. Θεωρεί το χρώμα όχι απλώς περιγραφικό αλλά και ως δομική και συναισθηματική δύναμη, δημιουργώντας συνθέσεις όπου οι αποχρώσεις υπαγορεύουν την μορφή και τον ρυθμό χωρίς αφηγηματική πρόθεση.

«Συχνά εκφράζω καλύτερα την αγάπη και το πάθος μου για τη ζωή μέσα από τις εικόνες μου. Δουλεύω με πάθος, πάθος για τα χρώματα, για ένα τoπίο, ένα άτομο, για όλα. Είναι θέμα συναντήσεων μεταξύ εμού και μιας κατάστασης, ορισμένων φώτων, ορισμένων ανθρώπων, μιας συγκεκριμένης αρχιτεκτονικής. Χρειάζομαι πάθος. Πρέπει να αγαπώ αυτό που βλέπω, να ενθουσιάζομαι για αυτό που βλέπω.»
Harry Gruyaert