…Σκοπός της ζωής μας είναι η ατελεύτητη μάζα μας. Σκοπός της ζωής μας είναι η λυσιτελής παραδοχή της ζωής μας και της κάθε μας ευχής εν παντί τόπω εις πάσαν στιγμήν εις κάθε ένθερμον αναμόχλευσιν των υπαρχόντων. Σκοπός της ζωής μας είναι το σεσημασμένον δέρας της υπάρξεώς μας…

Ανδρέας Εμπειρίκος, (Τριαντάφυλλα στο παράθυρο), Υψικάμινος, 1935 (απόσπασμα)

Πάρ’ το στεφάνι μας, πάρ’ το γεράνι μας

στη Δραπετσώνα πια δεν έχουμε ζωή…

Τάσος Λειβαδίτης, Δραπετσώνα, 1961 (απόσπασμα) *


Είναι άραγε χωρίς λογικό ειρμό και αναπτύσσονται πράγματι «εκτός των συνειδητών ορίων» οι υπερρεαλιστικοί στίχοι του Εμπειρίκου; Είναι μήπως κλισέ οι στίχοι ενός από τα εμβληματικότερα λαϊκά τραγούδια του Μίκη ή εκτός τόπου και χρόνου η στερημένη από κάθε νεολογικό ρομαντισμό αναφορά στη γένεση μιας χειροποίητης τενεκεδένιας προσφυγικής γειτονιάς που θεμελιώθηκε και προσδιορίστηκε -εκατό χρόνια πριν- από το βιομηχανικό κέλυφος των «Λιπασμάτων»;

Με τη σπουδαία ενότητα φωτογραφιών του που τόσο εύστοχα τιτλοφορείται «Στο περιθ[Ο]ριο», ο Νίκος Λεοντόπουλος ανασυντάσσει τα ίχνη και χαράσσει τα όρια μιας ιστορικής, κοινωνιολογικής και αισθητικής αναζήτησης του δυστοπικού τοπίου των Λιπασμάτων εξαρχής.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, είχε αποφασιστεί το γκρέμισμα της παραγκούπολης κοντά στα «Λιπάσματα» της Δραπετσώνας. «… Ο Tάσος Λειβαδίτης, θυμάμαι, είχε έλθει στο σπίτι μου στη Νέα Σμύρνη και είχε ακούσει ένα μέρος από ένα κοντσέρτο για πιάνο που είχα αρχίσει να γράφω», αφηγείται ο Μίκης Θεοδωράκης. «Την εποχή εκείνη, η κυβέρνηση ήθελε να διώξει τους πρόσφυγες απ’ τις παράγκες τους, στη Δραπετσώνα, χωρίς να τους δώσει αποζημίωση. Για κείνους ήταν ένας αγώνας επιβίωσης, ένας αγώνας ζωής και θανάτου, καθώς πήγαιναν οι μπουλντόζες και τους ξήλωναν τα σπίτια. Mια μέρα, πηγαίνοντας με το αυτοκίνητο προς την «Kολούμπια» για φωνοληψία, μου ήρθε ξαφνικά η έμπνευση, μπροστά στο θέατρο Kαλουτά. Σταμάτησα απότομα και έγραψα τη μελωδία. Το βράδυ τηλεφώνησα στον Λειβαδίτη, του τραγούδησα απ’ το τηλέφωνο τη μελωδία, κι εκείνος έγραψε τους στίχους για τη «Δραπετσώνα». Έτσι μπήκαμε στο λαϊκό τραγούδι…».

Η Ανώνυμος Ελληνική Εταιρεία Χημικών Προϊόντων και Λιπασμάτων (Α.Ε.Ε.Χ.Π.Λ) ιδρύθηκε το 1909 από τον Ν. Κανελλόπουλο, δίνοντας το όνομά της σε μια ολόκληρη περιοχή και σημαδεύοντας για ενενήντα χρόνια την ιστορία της. Λειτουργώντας μονοπωλιακά στον τομέα παραγωγής λιπασμάτων από το 1910, έδωσε στους κατοίκους του Πειραιά δουλειά σε εποχές τρομερής φτώχειας, ενώ σύντομα οργανώθηκε γεωπονικό τμήμα καθώς και μονάδα υαλουργίας, από τη δεκαετία του 1920. Με τον ερχομό των προσφύγων από τη Μικρά Ασία στον Πειραιά, ο συνοικισμός επεκτάθηκε και οι νέοι εργάτες του εργοστασίου κατασκευής χημικών λιπασμάτων δημιούργησαν γύρω του τον πυκνό οικιστικό ιστό της Δραπετσώνας. Το εργοστάσιο στην Ηετίωνα Ακτή (πρόκειται για το παραλιακό μέτωπο που εκτείνεται από τον λιμενοβραχίονα Κράκαρη μέχρι την περιοχή που είναι γνωστή ως «Λιπάσματα»), κατά την εποχή της ακμής του, λειτουργούσε με κτιριακές εγκαταστάσεις που σε έκταση 245 στρεμμάτων κάλυπταν 146.000 τ.μ., ενώ διέθεταν 109 μονάδες παραγωγής οξέων, λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων. Το 1934, οι εργάτες που απασχολούνταν στα Λιπάσματα, πλησίαζαν τους 4.000.

Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το εργοστάσιο βομβαρδίστηκε με αποτέλεσμα την καταστροφή σημαντικού μέρους των εγκαταστάσεών του, ενώ από το 1946 η παραγωγή οδηγήθηκε και πάλι σε προπολεμικά επίπεδα, δίνοντας ξανά στους κατοίκους δουλειά, μα συντελώντας στην αποπνικτική ατμόσφαιρα που επιδεινώθηκε σταδιακά μετά το 1960. Από τα τέλη του ’70, το υαλουργείο ήταν ζημιογόνο ενώ οι προσπάθειες ανάκαμψης παρέμεναν άκαρπες. Το 1993 η εταιρεία τέθηκε σε εκκαθάριση, περνώντας στον έλεγχο της Εθνικής Τράπεζας, ενώ το εργοστάσιο, με κύρια επιχειρηματολογία την προστασία του περιβάλλοντος και την ανάπλαση του παραλιακού μετώπου, έκλεισε οριστικά το 1999. Το 2003 και παρά τις προσπάθειες κήρυξης των βιομηχανικών κτιρίων ως διατηρητέων, κατεδαφίστηκαν τα περισσότερα ή μέρη τους παρέμειναν ορθά μα σε ερειπιώδη κατάσταση. Μαζί τους χάθηκε για πάντα ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας της ελληνικής βιομηχανίας. Σώζονται πλέον μόνο το εργοστάσιο υαλουργίας του κτιρίου που στέγασε στη συνέχεια το Ινστιτούτο «Νικόλαος Κανελλόπουλος», κάποιες από τις τσιμεντένιες βοηθητικές αποθήκες και η εικονική ξεθωριασμένη ερυθρόλευκη καμινάδα, ορατή σαν θεόρατος χερσαίος φάρος από μακριά. **

Σήμερα, αφότου κάποια σενάρια αξιοποίησης που συμπεριελάμβαναν ακόμη και την επιτόπια διεξαγωγή Αγώνων F1 μοιάζουν επίσης να έχουν ξεχαστεί, τα «Λιπάσματα» παραμένουν ένα σε μεγάλο βαθμό έρημο παραθαλάσσιο μέτωπο με συνταρακτικό σκηνικό πεδίο θέασης και ανάκλησης του παρελθόντος, με αμήχανο λειτουργικό παρόν εναλλακτικού πολυχώρου και, κυρίως, με άγνωστο μέλλον.

Η συναρπαστική φωτογράφιση του Νίκου Λεοντόπουλου στα κατεστραμμένα κτίρια που όπως ο ίδιος λέει «σκοτώνουμε όταν γερνούν», πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια πριν, ενώ ολοκληρώθηκε λίγο προτού απαγορευτεί η είσοδος στις εγκαταστάσεις.

Στο απόκοσμο ετούτο τοπίο που αποτυπώνεται μοναδικά, ανάμεσα στα ξερά χόρτα και το χώμα, στέκουν ορθοί οι εγκάρσιοι ερειπιώνες που υπήρξαν κάποτε κυψέλες μόχθου και φθηνής ανθρώπινης ζωής. Όγκοι και πλέγματα μετάλλων, μετέωρες σκάλες, τοίχοι γυμνοί, δοκοί, καμίνια και αποτυπώματα μηχανημάτων που εξαφανίστηκαν διαδοχικά σε κατά συρροήν πλιάτσικα, λοφίσκοι πέτρας και αμήχανα γρανάζια ή εγκόλπια στάχτης και σκουριάς, διασώζονται από τη λήθη τους και αναδεικνύονται με ευγενή ενδελέχεια, μα χωρίς ποτέ να εξωραΐζονται από τον φακό.

Το ασάλευτο αυτό νεκροταφείο των μηχανών και της διακεκομμένης μνήμης, φωτίζεται εντούτοις κατά τόπους από χρώματα εντατικά και επανακατοικείται από πυκνά γκράφιτι. Η ασπρόμαυρη μονοχρωμία της εν υπνώσει φωτογραφημένης επιφάνειας, διακόπτεται από ταγκιές και κύκλιες επίτοιχες μονοκονδυλιές, από βραχύβιους ιριδισμούς και μαεστρικά χρωστικά πυροτεχνήματα: άλλοτε κυριεύουν το βλέμμα το στιλπνό εμφατικά τονιζόμενο κόκκινο της καμινάδας ή το ψυχρό πράσινο ενός μεταλλικού σωλήνα κι άλλοτε το ζοφερό κίτρινο μιας αντλίας ή το εντατικό γαλάζιο στα κουφώματα των σπασμένων παράθυρων που παραπέμπουν σε ξεχασμένο νησί. Μα κυρίως, η έξεργη και ατάραχη αυτή φαιή θάλασσα της σκουριάς που προχωρά αθόρυβα στην ξεχασμένη ετούτη κοιλάδα και καταπίνει τα πάντα.

Αναφερόμενος στην ενότητα Lost Collective με τα ερειπωμένα κτήρια βιομηχανικής εργασίας που ο ίδιος φωτογραφίζει σε όλο τον κόσμο, ο Brett Patman περιγράφει την ανάγκη του να ανασκάψει την ακίνητη επιφάνεια, να αναζητήσει ίχνη παρελθούσης ζωής και να διασώσει δομικούς ιστούς μνήμης που κάποτε έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην κοινότητα όπου ανήκαν και που, αν και εγκαταλελειμμένοι, εξακολουθούν κατά κάποιον τρόπο να ενώνουν τους ανθρώπους εκείνους που τα κατέστησαν σημαντικά. «Συχνά», καταλήγει, «βρίσκοντας τη θέα της πελώριας αυτής μάζας αυθύπαρκτα εντυπωσιακή αισθητικά, προκαλώ τον εαυτό μου -χωρίς αποτέλεσμα- να εντοπίσει ένα τουλάχιστον αντικείμενο σχεδιασμένο αποκλειστικά για λόγους αισθητικής».

«Οι φωτογραφίες μου δίνουν ζωή στους νεκρούς τόπους», γράφει με τη σειρά του με αφορμή την ενότητα Lost Factories ο Ilan Benattar. «Φωτογραφίζοντας βιομηχανικά κτήρια σε παγωμένο χρόνο που συχνά διατηρούν τα μηχανήματά τους ανέπαφα, με ενδιαφέρει περισσότερο από όλα να φαντάζομαι τους ανθρώπους που κάποτε εργάστηκαν εδώ. Σε κάποια από τα εργοστάσια που φωτογραφίζω, τα ίχνη της παρελθούσας ζωής είναι ακόμη ορατά κάτω από τη λεπτή επιφάνεια. Άλλα ωστόσο, αποτελούν χρονοκάψουλες παγιδευμένες σε μια σουρεαλιστική συνθήκη στάσης και λήθης».

Στο μεταφυσικό ετούτο και ρημαγμένο τοπίο που διασώζει ο φακός του Νίκου Λεοντόπουλου και όπου η παντελής απουσία του ανθρώπου ενισχύει με τρόπο παράδοξο την πεποίθηση της πρωθύστερης παρουσίας, τα ζητήματα της αισθητικής αξίας και της ιστορικής ιχνηλάτησης, του εγκωμίου της φόρμας και της αναβλύζουσας μνήμης και συγκίνησης, αντιμετωπίζονται με γνώση και μέτρο και εντέλει ισορροπούν, διασώζοντας τη λιτή διαχρονία και την πολυπλοκότητα των σημάνσεων του κελύφους των «Λιπασμάτων» και εγγράφοντάς της ανεξίτηλα στο βλέμμα του θεατή.

Ίρις Κρητικού

Ιστορικός της τέχνης, Δεκέμβριος 2022


 «Δραπετσώνα», από το περίφημο άλμπουμ του 1961 «Πολιτεία». Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης, μουσική: Μίκης Θεοδωράκης, πρώτη εκτέλεση: Γρηγόρης Μπιθικώτσης

** Κάποιες από τις ιστορικές πληροφορίες για τα κτήρια των «Λιπασμάτων» αντλήθηκαν από το άρθρο του M.Hulot «www.lifo.gr/Τα Λιπάσματα Δραπετσώνας όταν ήταν ερείπια | LiFO».


Info

Εικαστικός Κύκλος

Εγκαίνια Έκθεσης: Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2022, ώρα 18:30-21:30

Διάρκεια Έκθεσης: 16 Δεκεμβρίου 2022 έως 28 Ιανουαρίου 2023

Ώρες Λειτουργίας: Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 11:00 - 20:00

Τετάρτη, Σάββατο 11:00 - 16:00

Κυριακή και Δευτέρα κλειστά

*Η Γκαλερί θα παραμείνει κλειστή από 1/1/2023 έως 10/1/2023

Η είσοδος στην έκθεση είναι ελεύθερη για το κοινό.


Photographing the marked fleece of existence

...The purpose of our life is our infinite mass. The purpose of our life is the useful acceptance of our life and of our every wish everywhere at every moment in every fervent disturbance of the existing. Our life's purpose is the marked fleece of our existence...

Andreas Embirikos, (Roses by the window), Ypsikaminos {(Blast Furnace)}, 1935 (extract)

Take our wreath, take our geranium

we no longer have life in Drapetsona...

Tasos Livaditis, Drapetsona, 1961 (extract) *

Are these hyperrealist verses of Andreas Embirikos really without a logical conclusion and are they developed “outside the conscious limits”? Are the lyrics of one of Mikis Theodorakis most emblematic popular songs a cliché or is the reference - devoid of any romantic neologism- to the genesis of a handmade refugee tin neighborhood that was founded and defined - a hundred years ago - by the industrial shell of the “Lipasmata” Factory out of place and time?

With his great series of photographs, aptly titled "On the Margin", Nikos Leontopoulos rearranges the traces and draws the boundaries of a historical, sociological and aesthetic search of the dystopian landscape of Lipasmata from its very beginning.

At the beginning of the 60s, it was decided to demolish the shanty town near the “Lipasmata” (i.e. the Fertilizers Factory) of Drapetsona. “... Tasos Livaditis, I remember, had come to my house in Nea Smyrni and had listened to a part of a piano concerto that I had started to write”, recounts Mikis Theodorakis. “At that time, the government wanted to evict the refugees from their shacks, in Drapetsona, without giving them compensation. For them it was a struggle for survival, a struggle for life or death, as the bulldozers came and demolished their houses. One day, while driving to "Columbia" for a recording, inspiration suddenly came to me, in front of the Kalouta theater. I stopped short and wrote down the melody. In the evening I called Livaditis, I sang him the melody over the phone, and he wrote the lyrics for "Drapetsona". That's how we got into the folk song...”.

The Anonymous Hellenic Company of Chemical Products and Fertilizers (A.E.H.P.L.) was founded in 1909 by N. Kanellopoulos, giving its name to an entire region and marking its history for ninety years. Operating as a monopoly in the field of fertilizer production from 1910, it gave the people of Piraeus work in times of dire poverty, while soon an agricultural department was organized as well as a glass factory (in the 1920s). With the arrival of refugees from Asia Minor to Piraeus, the settlement expanded and the new workers of the chemical fertilizer factory created the dense residential fabric of Drapetsona around it. The factory in Hetiona Coast (this is the coastal front that extends from the Krakari jetty to the area known as Fertilizers), during its heyday, operated with building facilities covering 146,000 square meters on an area of 245 acres, while the company possessed 109 acid, fertilizer and pesticide production units. In 1934, the workers employed in “Lipasmata” were close to 4,000.

During the Second World War, the factory was bombed resulting in the destruction of a significant part of its facilities, while from 1946 production was brought back to pre-war levels, giving the residents work again, but contributing to the suffocating atmosphere that gradually worsened after 1960. By the late 1970s, the glass factory was loss-making while recovery efforts remained fruitless.

In 1993 the company was put into liquidation, passing to the control of the National Bank, while the factory, with the main argument of protecting the environment and the regeneration of the seafront, was closed for good in 1999. In 2003 and despite the efforts to declare the industrial buildings as listed, most were demolished or parts of them remained intact but in a dilapidated state. With them, an important part of the history of Greek industry was lost forever. Only the glass factory of the building that later housed the “Nikolaos Kanellopoulos” Institute, some of the concrete auxiliary warehouses and the virtual faded red and white chimney, visible like a distant land lighthouse, are now preserved. **

Today, after some development scenarios that even included the on-site staging of F1 Races also seem to have been forgotten, "Lipasmata" remains a largely deserted seafront with a jarring scenic field of viewing and recalling the past, with an awkward functional present of alternative multi-space and, mainly, with an unknown future.

Nikos Leontopoulos' fascinating shooting of the ruined buildings that, as he says, "we kill when they grow old", took place two years ago, and was completed shortly before entry to the premises was banned.

In this eerie landscape that is uniquely captured, between the dry grass and the soil, the transverse ruins that were once hives of toil and cheap human life stand erect. Volumes and webs of metal, unstable staircases, bare walls, beams, chimneys, and imprints of machinery that have successively disappeared in successive pillages, mounds of stone and awkward cogs, or hollows of ash and rust, are rescued from their oblivion and brought forth with noble thoroughness, but never beautified by the lens.

This unsullied graveyard of machines and fragmented memory, however, is illuminated in places by intense colors and re-inhabited by dense graffiti. The black-and-white monochrome of the sleeping photographed surface is interrupted by tags and circular signs on the wall, by short-lived iridescences and masterful color fireworks: sometimes the eye is dominated by the glossy emphatically emphasized red of the chimney or the cold green of a metal pipe and sometimes by the gloomy yellow of a pump or the intense blue in the frames of the broken windows that evoke a forgotten island. But above all, this wild and restless gray sea of rust that moves silently into this forgotten valley and swallows everything.

Referring to his Lost Collective series on the derelict industrial buildings that he photographs around the world, Brett Patman describes his need to excavate the immovable surface, to search for traces of past lives and to rescue structural tissues of memory that once played an important role in community where they belonged and which, though abandoned, still somehow unites those people who made them important. Often, he concludes, finding the sight of this huge mass aesthetically impressive in itself, he challenges himself - without result - to locate at least one object designed solely for aesthetic reasons”.

“My photographs give life to dead places,” writes Ilan Benattar in his turn, explaining the initiation of his series Lost Factories. While photographing industrial buildings frozen in time that often keep their machinery intact, he is most interested in imagining the people who once worked here. In some of the factories, traces of past life are still visible beneath the thin surface. Others, however, are according to him “time capsules”, trapped in a surreal condition of stasis and oblivion.

In this metaphysical and ravaged landscape saved by the lens of Nikos Leontopoulos and where the complete absence of man paradoxically reinforces the conviction of an earlier presence, the issues of aesthetic value and historical tracing, the praise of form and gushing memory and emotion, are treated with knowledge and moderation and finally balance, saving the simple timelessness and complexity of the markings of the “Lipasmata” shell and indelibly inscribing it in the viewer's gaze.

Iris Kritikou

Art Historian and Independent Curator

December 2022

* “Drapetsona", from the celebrated 1961 album “Politeia”. Lyrics: Tasos Livaditis, music: Mikis Theodorakis, first performance: Grigoris Bithikotsis

** Some of the historical information concerning the Fertilizers buildings was taken from M. Hulot's article “www.lifo.gr/Drapetsona’s Fertilizers when they were ruins | LiFO”.

Exhibition opening: Friday 16 December 2022 at 18:30 until 21:30

Duration: 16 December 2022 – 28 January 2023

Opening hours: Monday - Sunday closed

Wednesday - Saturday 11:00 - 16:00

Tuesday - Thursday - Friday 11:00 - 20:00

Admission to the exhibition is free.

*The gallery will remain closed from 1/1/2023 until 10/1/2023

Πρόσφατα Άρθρα

Εκθέσεις Φωτογραφίας (28 Μάι 2024)

Ταξίδι στο χρόνο στο νησί της Οινώνης, μέσα από φωτογραφίες, για να θυμούνται και ν΄ αναπολούν όσοι το ζήσανε και να κρίνουν οι νεότεροι τις αλλαγές ή τις ριζικές μεταβολές που ο χρόνος και οι...

Εκθέσεις Φωτογραφίας (28 Μάι 2024)

 " Είναι αόρατος αλλά όχι ανύπαρκτος. Τουναντίον μάλιστα! Ο άνεμος όχι μόνον υπάρχει αλλά φροντίζει και να κάνει την παρουσία του κάτι περισσότερο από αισθητή. Φροντίζει να αφήνει τα...

News (27 Μάι 2024)

Πέντε νέοι καλλιτέχνες, φοιτητές σχολών καλών τεχνών, ενώνουν τη διάθεση τους για δημιουργία εικόνων, μεταγράφοντας τον πραγματικό κόσμο σε ζωγραφικό σε μια ομαδική έκθεση στον πολιτιστικό χώρο...

Book Reviews (24 Μάι 2024)

Η MISC παρουσιάζει το νέο artist book I HATE HARD BOILED EGGS της Μαρίνα Βελησιώτη. Στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου η Μαρίνα θα κάνει μια εγκατάσταση με κολλάζ και αφίσες, γλυπτά και...

Εκθέσεις Φωτογραφίας (24 Μάι 2024)

Η φωτογραφική λέσχη Πάτρας – ΗΔΥΦΩΣ, μετά από μια πλούσια και παραγωγική σεζόν, παρουσιάζει ατομικά portfolios των μελών της. Φωτογραφίες που ταυτιζόμαστε σαν άνθρωποι και φωτογράφοι με το θέμα, το...

Εκθέσεις Φωτογραφίας (23 Μάι 2024)

"The Perfect Gyros", με vintage ασπρόμαυρες εικόνες της Ελλάδας του 1978. Η δεξίωση ανοίγει τις πόρτες της στις 13 Ιουνίου 2024 στις 19:00 στον Ελληνογερμανικό Σύλλογο Φιλαδέλφεια στο...

Εκθέσεις Φωτογραφίας (21 Μάι 2024)

Πόσες ιστορίες χωρούν σε ένα μουσείο; Πόσες ιστορίες δημιουργούν, συνθέτουν ένα μουσείο και το οδηγούν σε μια επόμενη σελίδα; Έργα τέχνης, μεγάλες και μικρές συλλογές, μεγάλα σύνολα δωρεών ή...

Εκθέσεις Φωτογραφίας (21 Μάι 2024)

Ο επιμελητής Κώστας Πράπογλου παρουσιάζει την ατομική έκθεση της Susan Daboll στον χώρο της γκαλερί του ιστορικού Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσού στην Αθήνα. Γεννημένη και μεγαλωμένη στην Αμερική,...

Book Reviews (13 Μάι 2024)

Αθήνα – L'Aquila. Μια συζήτηση για το βίωμα δύο πόλεων, μέσα από την περιπατητική εμπειρία, το βλέμμα στραμμένο στο αίσθημα της οικειότητας και την επαναδιαπραγμάτευση με τα ίχνη της...

Εκθέσεις Φωτογραφίας (09 Μάι 2024)

Η Ελληνική Φωτογραφική Εταιρεία Ηρακλείου (Ε.Φ.Ε.Η.), φιλοξενεί τη φωτογραφική έκθεση του μέλους της, Σοφοκλή Καλυκάκη, με τίτλο "Απομεινάρια Οραμάτων", στην Αίθουσα Τέχνης, στον ημιώροφο της Δουκός...

Εκθέσεις Φωτογραφίας (09 Μάι 2024)

Ο Φωτογραφικός Σύλλογος Ανδριανούπολης και το Κέντρο Δημιουργικής Φωτογραφίας Θράκης σας προσκαλούν στα εγκαίνια μιας ξεχωριστής Ομαδικής Έκθεσης Φωτογραφίας, με τίτλο: «ΡΟΔΟΠΗ: Μια οροσειρά...

Εκθέσεις Φωτογραφίας (09 Μάι 2024)

 Η FokiaNou Art Space παρουσιάζει την διατομική έκθεση "Fluidity" με έργα της Μαρίας Μπουρμπού και του Διονύσιου Παππά. Οι δύο καλλιτέχνες διατρέχουν απρόσκοπτα τα πεδία της πραγματικότητας...