15.

-:

Η ΜΟΝΑΧΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ

Ο χρνος του Κκλωπα ταν πολτιμος. Αυτ το λω με σιγουρι, μις και διαπστωνα απ πρτο χρι τι του περσσευε σπνια. χω μλιστα την εντπωση, τι σον του περσσευε, τον ξδευε μαζ μου. ταν θαρρ απλυτα δοσμνος σε αυτ που κανε, σα να εχε χτυπσει κποια ανεξντλητη φλβα χρυσο. Εγ απ την λλη, μουν πανευτυχς που μου δνονταν η ευκαιρα να σωπανω πλι του τα δειλιν, στο μεταχμιο της αλλαγς της μρας με τη νχτα. Ττε συνθιζε να επιστρφει στη σπηλι του. Ττε συνθιζα να τον επισκπτομαι καιρ τρα. ξερα τι ταν η καλτερη ρα ν’ ακοσω τι εχε να πει, ακριβς λγο πρν να βουτξει στο σκοτδι τς αναγννησης το παρελθντος.

- Η αγπη λνε, εμπεριχει αυταπρνηση. Αυτ μπορε να θυμζει θυσα, αλλ δεν εναι. Εναι απλ η ανγκη τς ψυχς για εκπλρωση, αυτ που καθορζει ποι εναι το ργο που χει ν’ αναλβει κποιος να φανερσει. Τελικ δεν εμαστε παρ μονχα ακροατς μις ηχης κραυγς, που μας καλε να κλεσουμε τον κκλο. Να βρομε διξοδο, να γνουμε ενεργο. Ν’ αντλσουμε την ομορφι μσα απ’ τα βθη της αβσσου, για να στολσουμε τον κσμο.

Αισθνθηκα πεταμνος στα σννεφα. Αβοθητος, κθε στιγμ τοιμος να πσω. Ευτυχς που εχα εμπιστοσνη στη σιγουρι του κι αφθηκα στη σκψη του να με σεργιανσει.

- Εμες οι νθρωποι εμαστε απστευτα μνοι. Απστευτα ευλωτοι. Αυτ που μας κινε, μοιζει να ‘ναι αποτλεσμα μιας πστης, που αποδεικνει τι δεν ξρουμε τποτα. Ακμα και η πιο δυνατ κραυγ μας, δεν εναι παρ μνο νας ψθυρος μσα στην απεραντοσνη του χρνου. ταν λοιπν αντιλαμβανμαστε τι λα εναι παροδικ, αισθανμαστε την ανγκη να εδραιωθομε μσα στην ιστορα. 

Το πρσωπ του πρε μιαν κφραση που δεν την εχα ξαναδε. Μου θμισε κτι μεταξ αποδοκιμασας και θλψης.

- Κι μως, ο χρνος δεν ενδιαφρεται για τη δικ μας θληση. Ακολουθε τη δικ του πορεα, που δεν χει τελειωμ. Μονχα εμες ενδιαφερμαστε για την ιστορα. Εμες που οι διοι τη γρφουμε, αγωνιντας μπως τυχν και χαθομε και δε μενει πσω τποτα που να θυμζει τι υπρξαμε. Κατδικοι της αναπφευκτς μας ανυπαρξας, μ’ λλα λγια.

Εχα αρχσει να διαλομαι. Ο Κκλωπας εχε αρχσει να θγει θματα που μλλον δεν μουν τοιμος ν’ ακοσω. Αναστναξα μπως τυχν μου δσει σημασα και προσγειωθε. Μταια. 

- Ποτ δεν εμαστε μνοι ταν μας γεμζει αυτ που κνουμε. Μονχοι μοιζουμε, αλλ η παρα μας εναι η ισχυρτερη του κσμου. Η ελπδα. Η ελπδα τι θα φανε το ργο μας χρσιμο. Η ελπδα τι λα σα γνωρσαμε μες στη μικρ ζω μας, δεν θα χαθον. τι θα μενουν σαν μι μνμη μες στο χρνο, στω και ψευδαισθησιακ. Η τελειτερη απδειξη της παρξς μας, εναι η δυναττητα της συγκρτησης της ματις μας. Απ τη στιγμ που μας δνεται η δυναττητα να την ορζουμε, αρχζει να μας κυβερν και να μας προστζει. Απ τη στιγμ μως που αρχζει κποιος να νοιθει τη ματι, κατανοε αναπφευκτα και την μοναχικτητ του μεσ’ στον κσμο. Συνειδητοποιε τι δε μπορε να επιθυμε κτι περισστερο απ’ τον κσμο, παρ μονχα την ολοκλρωσ του. Εναι σως απ τις λγες στιγμς που μπορε κανες να αισθνεται απλυτα ασφαλς.

Η σιωπ μου με δενε βαθι με τη συνχεια του συλλογισμο του. Παρ’ λ’ αυτ, οι δικς μου αναλαμπς, μιλοσανε ταυτχρονα για τη δικ μου ανγκη ν’ αποχτσω επιτλους θση απναντι στα πργματα και να αρχσω να μοιρζω τη σημασα σε ,τι πραγματικ και μνο μ’ ενδιαφρει. Δηλαδ ν’ αφηθ να με κυριαρχσει το σμπαν.

- Μι σταγοντσα στον ωκεαν των εικνων του κσμου, εναι η δικ μας ματι. Μι αναγκαιτητα να φανερσουμε την ψυχ μας, που πως και να ‘ναι, γυρεει ομορφι για να ησυχσει. Γυρεει να τραφε απο τη ζεστασι της. Μοναχικς εναι λοιπν ποιος γνωρζει την ομορφι, γιατ μσα σ’ εκενη βρσκει την εκπλρωση, που τον θλει να με τον κσμο. Μ’ αυτ τον τρπο παει να ‘ναι μνος. Αυτ εναι μοναδικ ευκαιρα για την ερμαφρδιτη ψυχ του ανθρπου που εμβαθνει στην τχνη, να εξελιχθε.

Για τχνη δεν τον εχα ξανακοσει να μιλ. Αισθνθηκα ξαφνικ σα να απκτησα κποιο επιπλον προνμιο. Η αλθεια εναι τι δεν εχα ιδα τι ταν αυτ που λγαν τχνη. μουν παρ’ λ’ αυτ σγουρος τι αυτ θα θελα να κνω. Απ ττε, ομολογ τι πρεπε να  περσουν χρνια μχρι αυτ μου η ευχ να εκπληρωθε.

- να εναι το σγουρο. Δχως αυτος τους μοναχικος ανθρπους που αφιρωσαν το χρνο τους στην ρευνα, δε θα υπρχαν αποδεξεις για την παρξη εκενης της πρωταρχικς, της πρωτγονης υπστασης του ρωτα. πως ακριβς και δχως εκενον, δε θα υπρχε περπτωση να υπρξουν αυτο οι ξεμοναχιασμνοι προφτες. Να το θυμσαι λοιπν φλε μου καλ. Οι καλλιτχνες, δεν χουν ποτ χρνο, μις και ζον για το πι σπουδαο πργμα του κσμου. Την αποκλυψη του φανου.

Σηκθηκε απτομα, σα να θυμθηκε κτι που εχε ξεχσει. Τον εδα να σβνει στο σκοτδι κλενοντας πσω του τη μαρη κουρτνα. Αυτ δεν το περμενα. θελα ν’ ακοσω κι λλο. Να ρωτσω. Μταια μως και πλι. Ο Κκλωπας εχε εξαφανιστε, αφνοντς με ελεθερο να μενω να φγω τσι πως ακριβς γεννθηκα. Μονχος.

 

Συνεχζεται...